ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ


ΓΙΑΤΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Γεώργιος Γρατσέας, ένας μεγάλος δάσκαλος


Η Θεολογική Αθήνας την εποχή που ήμασταν φοιτητές, αρχές της δεκαετίας του '80, είχε πολύ μεγάλους δάσκαλους, που μας έκαναν υπερήφανους που σπουδάζαμε Θεολογία (αυτό αφορούσε ειδικά εμάς που θεωρούσαμε τη σχολή μας όπως τις υπόλοιπες του Πανεπιστημίου, και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο -ο νοών νοείτω ). Να θυμηθώ ονόματα αγαπημένων δάσκαλων, Αγουρίδης, Νησιώτης, Παπαπέτρου  -μία μεγάλη μορφή που έβλεπε εκατό χρόνια μπροστά-. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γεώργιος Γρατσέας. Τον θυμάμαι στο κυλικείο της σχολής, αγαπητός πάντα να συζητάει με εμάς τους φοιτητές, να ακούει τις ανησυχίες μας, και να τον αισθανόμαστε έναν από εμάς. Γελαστός πάντα με έναν καλό λόγο για όλους!  Όταν μετέφρασε στην ελληνική την έκδοση του Robinson για τα χειρόγραφα του Nag Hammadi είδα και το σπουδαίο βιβλικό επιστήμονα. Βρήκα στη συνέχεια τα βιβλία του. Η σκέψη του επιστημονική, συγκροτημένη, μεστή. Σπουδαίος δάσκαλος και υπέροχος άνθρωπος!

Αντιγράφω στη συνέχεια από το blog του αγαπημένου φίλου και συμφοιτητή Ανδρέα Αργυρόπουλου την ανάρτηση για τον καθηγητή καθηγητή μας Γεώργιο Γρατσέα. Ας είναι αιωνία η μνήμη του!  

Γεώργιος Στεφ. Γρατσέας: Μνήμη δικαίου δασκάλου . . .






Την 1η Δεκεμβρίου 1997, δηλαδή πριν από 15 χρόνια, έφυγε από τον κόσμο μας ο Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,Γεώργιος Στεφ. Γρατσέας.
Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1920 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η οικογένειά του ήταν πολύτεκνη. Το 1938 άφησε το νησί του για να σπουδάσει θεολογία στην Αθήνα. Ο πόλεμος τον βρήκε στη μέση των σπουδών του, τις οποίες διέκοψε. Τις ολοκλήρωσε με πολλές δυσκολίες μετά τον πόλεμο, καθώς εργαζόταν χειρωνακτικά για να ζήσει. Για ένα διάστημα, μάλιστα, κοιμόταν στα θρανία του σπουδαστηρίου Θεολογίας, στο παλαιό κτήριο Πανεπιστημίου, στον ομώνυμο δρόμο. Αμέσως μετά τη λήψη του πτυχίου στρατεύθηκε και υπηρέτησε σε μία πολύ δύσκολη περίοδο της ιστορίας της πατρίδας μας (1946-1949).
Μετά τη θητεία του επέστρεψε στο νησί του, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως θεολόγος καθηγητής στο Ηράκλειο, μη παραλείποντας ταυτόχρονα να γυρίζει με ένα παλιό μηχανάκι, έχοντας την ευλογία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, τα χωριά για να μεταφέρει το λόγο του Θεού.
Σε ένα επίσημο γεύμα στην Αρχιεπισκοπή Κρήτης, που παρακάθισε ως συνεργάτης της Αρχιεπισκοπής, τον συνάντησε ο παλαιός καθηγητής του Βασίλειος Βέλλας, ο οποίος πριν από τον πόλεμο είχε εκτιμήσει τις πολλές ικανότητές του και τον αναζητούσε για να τον βοηθήσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Πράγματι, του εξασφάλισε υποτροφία για τη Γαλλία, όπου υπέβαλε την πρώτη διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Η ταπεινοφροσύνη στις επιστολές του απ. Παύλου» (το πρωτότυπο έργο στα γαλλικά).
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα παντρεύτηκε, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σε σχολεία της οποίας δίδασκε και υπέβαλε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών τη δεύτερη διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Η περί πτωχείας διδασκαλία της Αγίας Γραφής» (1962). Κατά την περίοδο της δικτατορίας, επαύθη από τα καθήκοντά του στο Πανεπιστήμιο, όπου δίδασκε, ενώ με τη μεταπολίτευση έγινε σύμβουλος του ΚΕΜΕ και στη συνέχεια τακτικός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στην Αθήνα.
Τα έργα του πολλά, όπως η υφηγεσία του με τίτλο «Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάσει των πηγών» ή το «Προχώρα λαέ μου» που περιέχει στιγμιότυπα από το κοινωνικό κήρυγμα της Παλαιάς Διαθήκης και το «Φως για το Λαό» με παρόμοια θέματα από την Καινή Διαθήκη. Ήδη όμως τον είχε κερδίσει ο χώρος της ιστορίας της εποχής της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα ο χώρος των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας. Το σχετικό έργο του, τε τίτλο «Στοιχεία Εισαγωγής εις τα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης» παραμένει το μοναδικό εγχειρίδιο εισαγωγής σε αυτά ακόμη και σήμερα. Οι δημοσιεύσεις του σε αυτό το χώρο πολλές και διακεκριμένες.
Σημαντικότατο το τελευταίο έργο του, το ογκώδες υπόμνημα στην προς Εβραίους Επιστολή («Η προς Εβραίους Επιστολή» εκδόθηκε από τις εκδ. Πουρναρά), για το οποίο εργάσθηκε σκληρά μία δεκαετία.
Παράλληλα με την πλούσια επιστημονική δράση του είχε βαθύ κατηχητικό ενδιαφέρον για τους νέους και δεν σταματούσε να επισκέπτεται ενορίες, ομάδες, μητροπόλεις που τον καλούσαν για μία ομιλία ή μία φιλική συζήτηση. Ιδιαίτερα φιλομόναχος με πολλές σχέσεις με διάφορα μοναστήρια, αλλά και το Άγιο Όρος όπου εξάλλου μόναζε ο ανιψιός του π. Βασίλειος (Γοντικάκης).
Απίστευτα φιλόξενος και ευχάριστος στην παρέα, είτε αυτή αποτελούνταν από φοιτητές είτε από συναδέλφους του είτε από επισκόπους και κληρικούς ή απλούς φίλους του (π.χ. τα κατηχητόπουλα της ενορίας του αγ. Δημητρίου Νέου Φαλήρου, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια).
Επέμενε να μαγειρεύει ο ίδιος στους προσκεκλημένους τους, παρά την αξιωσύνη της συζύγου του Σταυριανής, και καμάρωνε για κάποιο φαγητό του που άρεσε ή κάποιο γλυκό που φαγώθηκε μέχρι τέλους. Η απλότητά του μοναδική, όπως και η «κακή» συνήθειά του να μοιράζει τα πράγματά του από βιβλία μέχρι τα αντικείμενα των συλλογών του.
Ήταν μανιώδης συλλέκτης βιβλίων, χαρτών και πολλών άλλων αντικειμένων. Το σπίτι του έμοιαζε με μουσείο, το οποίο διαρκώς άδειαζε και πάλι γέμιζε. Τα βιβλία, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και παλαίτυπα τα δώρισε σε μοναστήρι, τους χάρτες με έμφαση στην Κρήτη στη Βικελαία Βιβλιοθήκη του Δήμου Ηρακλείου, τις εικόνες του σε μοναστήρια, τα περισσότερα ήδη ενώ ζούσε.
Βαθύτατα δημοκρατικός και φιλελεύθερος, πάντα ήταν αθόρυβος συνοδοιπόρος στον αγώνα για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Φιλακόλουθος, ασκητικός στη ζωή του και ακριβής στις απόψεις του. Συνήθισε να λέει ότι «προσπαθώ να είμαι αυστηρός με τους προϊσταμένους μου και επιεικής με τους υφισταμένους μου». Ιδιαίτερα αγαπητός στους αλλοδαπούς φοιτητές, τους οποίους είχε κατά κυριολεξία υπό την προστασία του, ενώ ένας τουλάχιστον φοιτητής σπούδασε με δικά του χρήματα, χωρίς ποτέ να μάθει ποιος, σαν πατέρας, κατέβαλε κάθε μήνα το αναγκαίο ποσό, καθώς το έκανε μέσῳ τρίτου, ο οποίος είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην αποκαλύψει τον δωρεοδότη.
Με αγάπη και λεπτότητα προσέγγιζε τους φοιτητές της Θεολογικής και αργότερα νέους θεολόγους μυώντας τους στα μυστήρια της επιστημονικής έρευνας, αλλά και της πνευματικής ζωής, προσφέροντας πάντα υλική και πνευματική τροφή, χωρίς να υποτιμά το ένα ή το άλλο.
Αλύγιστος, λεβέντης μέχρι τη στιγμή του θανάτου του. Κρητική μορφή βγαλμένη από τα έργα του Καζαντζάκη, του άρεσε να τραγουδά με τη βαθειά φωνή του το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» ως ύμνο στην Κρήτη και την ελευθερία.
Αγωνιστής για τις ιδέες του υπέστη αρκετές διώξεις και αδικίες όχι μόνο από τους ξένους, αλλά και από τους συναδέλφους του ή ακόμη και τους καθηγητές του στο Πανεπιστήμιο.
Τα περιστατικά που τον θυμίζουν είναι πολλά. Φαντάζομαι ότι τα περισσότερα είναι καταγεγραμμένα στις συνειδήσεις και στις καρδιές των χιλιάδων μαθητών και φοιτητών του. Με τη ζωή του έκανε πραγματικότητα όχι μόνο το ιδανικό της γνώσης, αλλά κυρίως του αγιοπνευματικού ανθρώπου, του ανθρώπου της ταπείνωσης, της προσφοράς, του ανθρώπου που είναι πάνω και πέρα από αυτούς που τον έθλιψαν, τον αδίκησαν ή τον μείωσαν. Αγέρωχη, αλλά συνάμα ταπεινή μορφή που έδειξε σε όσους τον γνώρισαν τι σημαίνει ΔΑΣΚΑΛΟΣ και ποια πρέπει να είναι η σχέση με τους μαθητές/φοιτητές του.
Με θλίψη διαπίστωσα ότι στο διαδίκτυο δεν υπάρχει ούτε μία φωτογραφία του. Να είναι αυτό άραγε μία επιβεβαίωση της αξίας του; Να δείχνει την ιδιότυπη σχέση του με τον κόσμο; Το βέβαιο είναι ότι όσοι τον γνωρίσαμε ωφεληθήκαμε και αυτή την ωφέλεια δεν έχουμε δικαίωμα να την κρατήσουμε για τον εαυτό μας, το οφείλουμε στους μαθητές μας!


http://amoustakis.wordpress.com/2012/12/01/gratseas/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου