ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ


ΓΙΑΤΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Το μέλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών


Αυτό το άρθρο αποτέλεσε εισήγηση σε ημερίδα που έγινε το 2008 στη Λάρισα για το μάθημα των Θρησκευτικών. Νομίζω πως και σήμερα ισχύουν τα ίδια, και τίποτα δεν έχει αλλάξει (και μάλλον ποτέ τίποτα -μα τίποτα- δε θα αλλάξει σε αυτό το μάθημα)! Οπότε ο συντάκτης του δεν αλλάζει ούτε κεραία από αυτά που είχε τότε γράψει!


Νίκος Παύλου

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΚΥΟΦΟΡΙΑΣ
 Ή ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΘΕΜΑΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΟΥ;
(Το μέλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών)



Σκηνή πρώτη: Στην τελευταία τάξη Λυκείου ο Θεολόγος βλέπει μαθητή, που έχει συμπληρώσει τα 18 του χρόνια, κατά τη διάρκεια της παράδοσης, να μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο. Αναφέρει το γεγονός στον διευθυντή του σχολείου. Κάποιοι φίλοι του μαθητή τότε υπογράφουν υπεύθυνες δηλώσεις ότι δεν επιθυμούν να παρακολουθούν το μάθημα των Θρησκευτικών, πράγμα που γίνεται.
Σκηνή δεύτερη: Δύο μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου έχουν πάρει απαλλαγή, μετά από δήλωση του κηδεμόνα τους, από το μάθημα των Θρησκευτικών. Όπως ορίζει η εγκύκλιος 109744/Γ1/ 26-8-2008 παρακολουθούν μάθημα σε διαφορετικό τμήμα της ίδιας τάξης. Κάνουν όμως φασαρία και ο καθηγητής που διδάσκει τις απομακρύνει από την τάξη. Αποτελεί όμως ζήτημα που πρέπει να γραφεί η απουσία. Στο απουσιολόγιο του τμήματος που παρακολουθούσαν δε γίνεται, γιατί οι μαθήτριες δεν είναι ενταγμένες σε αυτό, ενώ και ο θεολόγος (που έκανε μάθημα στο τμήμα που ανήκουν οι μαθήτριες)  δε θέλει να υπογράψει την απουσία, γιατί δεν είχε επιβάλλει αυτός την ωριαία απομάκρυνση.
Σκηνή τρίτη: Γονέας θεωρεί ότι ο γιος του δεν βαθμολογήθηκε δίκαια στο διαγώνισμα του Α΄ τριμήνου στο μάθημα των Θρησκευτικών. Επισκέπτεται το σχολείο, συζητάει με το θεολόγο καθηγητή, που του εξηγεί την αιτία της κακής απόδοσης του μαθητή. Δεν πείθεται όμως. Αντίθετα θεωρεί ότι ο εκπαιδευτικός αντιπαθεί το γιο του. Υποβάλλει λοιπόν μία υπεύθυνη δήλωση με την οποία ζητάει την απαλλαγή του παιδιού του από το μάθημα των Θρησκευτικών.

Δε χρειάζεται βέβαια να τονιστεί ότι και οι τρεις παραπάνω σκηνές είναι φανταστικές και ίσως να παρουσιάζουν ακραίες και υπερβολικές καταστάσεις. Φανερώνουν όμως ότι το μάθημα των Θρησκευτικών και οι θεολόγοι καθηγητές που το διδάσκουν, πολύ εύκολα μπορούν να αποτελέσουν τον «αδύνατο κρίκο» της σχολικής καθημερινότητας, Οπότε το ερώτημα, που είναι άμεση συνέπεια της παραπάνω κατάστασης, τίθεται αμείλικτο: Τα Θρησκευτικά έχουν θέση στο σχολικό πρόγραμμα, θεωρείται αναμφισβήτητη η αξία τους ή πολύ εύκολα μπορούν να απαξιωθούν με προφανείς συνέπειες και για το μάθημα και για τους εκπαιδευτικούς που το διδάσκουν;  Οι σκέψεις που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια θα προσπαθήσουν να δώσουν απάντηση.

***

Στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο, όπως είναι γνωστό, υπάρχει μία μεγάλη ποικιλία μαθημάτων. Προφανώς όλα αυτά χρησιμεύουν για να μπορέσουν να διαμορφώσουν το χαρακτήρα του νέου ανθρώπου και να τον  βοηθήσουν να γίνει μία ολοκληρωμένη προσωπικότητα, όπως άλλωστε τονίζεται και στο νόμο 1566/85 που καθορίζει τις αρχές της εκπαίδευσης στον τόπο μας. Για την πραγματοποίηση   αυτών των στόχων ο μαθητής αποκτάει γνώσεις και καλλιεργεί δεξιότητες   που  θεωρούνται πως θα του φανούν χρήσιμες στη μετέπειτα ζωή του, και θα τον βοηθήσουν να ερμηνεύσει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Αυτό σημαίνει πως ένα μάθημα για να έχει λόγο ύπαρξης στο ωρολόγιο πρόγραμμα θα πρέπει να συμβάλλει στην υλοποίηση των παραπάνω επιδιώξεων. Διαφορετικά είναι πολύ δύσκολο να πείσει για την αξία του και να θεωρηθεί απαραίτητο για το σημερινό μαθητή, οπότε θα αμφισβητείται συνεχώς και θα ακούγονται φωνές για την κατάργησή του.
Όλα αυτά αφορούν κατεξοχήν το  μάθημα των Θρησκευτικών. Για  κανένα άλλο δεν έχει γίνει τόσο μεγάλη συζήτηση για το ρόλο που πρέπει να έχει στο πρόγραμμα των μαθημάτων, και δεν υπάρχουν τόσες ενστάσεις για την αξία του.
Οπότε δεν είναι λίγες οι φωνές που προτείνουν να αλλάξει η φιλοσοφία του μαθήματος και να αποκτήσει μία αμιγώς θρησκειολογική χροιά που θα ενημερώνει για το θρησκευτικό φαινόμενο και για τα χαρακτηριστικά και τη διδασκαλία όλων των θρησκειών, αφού ένα σημαντικό ποσοστό μαθητών είναι αλλόθρησκοι[i]. Φυσικά το ίδιο (δηλ. η αλλαγή χαρακτηριστικών) θα μπορούσε να ισχύσει ενδεχομένως και για άλλα μαθήματα, όπως για παράδειγμα την Ιστορία ή τη Γλωσσική διδασκαλία, αφού πολλοί σημερινοί μαθητές προέρχονται από άλλες εθνικές ή γλωσσικές παραδόσεις. Ταυτόχρονα και οι εκπαιδευτικοί που θα διδάξουν ένα θρησκειολογικό θρησκευτικό μάθημα θα πρέπει μάλλον να παρακολουθήσουν ειδικά σεμινάρια για να είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι, μιας και δεν υπάρχει στον τόπο μας μία πανεπιστημιακή σχολή που να έχει αμιγώς θρησκειολογικό πρόγραμμα , που θα τους βοηθούσε να ανταπεξέλθουν στις ιδιαιτερότητες που θα έχει ένα τέτοιο αντικείμενο.
Πάντως το κυρίαρχο ερώτημα εξακολουθεί να παραμένει, ανεξάρτητα από τα παραπάνω: ένα θρησκευτικό μάθημα έχει θέση στο σημερινό σχολείο ή όχι; Προσφέρει πραγματικά στη διαπαιδαγώγηση του σημερινού νέου ανθρώπου ή αποτελεί ένα απολίθωμα του παρελθόντος που παραμένει στο σχολικό πρόγραμμα επειδή το «θέλει η ελληνική οικογένεια», όπως έχει ακουστεί[ii] ή επειδή το επιβάλλει η ιεραρχία της εκκλησίας; Με άλλα λόγια, τι μπορεί να προσφέρει σήμερα η θρησκευτική παιδεία, ώστε να αξίζει να συνεχίζει να υπάρχει, τη στιγμή που πολλά στοιχεία της, όπως για παράδειγμα η ιστορία των θρησκευτικών ιδεών ή ο πολιτιστικός πλούτος που είναι απόρροια μιας θρησκείας μπορούν να καλυφτούν από άλλα μαθήματα, όπως για παράδειγμα την Ιστορία ή την Αισθητική Αγωγή.
Προηγουμένως τονίστηκε πως στόχος της παιδείας είναι η δημιουργία ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων που θα μπορούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σημερινής κοινωνίας. Σκέφτομαι πως θα μπορούσε να επιτευχτεί αυτό,  τη στιγμή που ο νέος άνθρωπος θα στερούνταν ενός βασικού εργαλείου που είναι η γνωριμία με το θρησκευτικό φαινόμενο, το οποίο αποτελεί βασικό συστατικό πολλών εκδηλώσεων της σημερινής πραγματικότητας. Εδώ λοιπόν θα πρέπει να  βρίσκεται και το κέντρο που πρέπει να έχει ένα θρησκευτικό μάθημα, ώστε να αξίζει να βρίσκεται στο σχολικό πρόγραμμα : η παρουσίαση του θρησκευτικού φαινομένου, ο τρόπος που εκδηλώνεται  και οι επιδράσεις που έχει στις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Το θρησκευτικό φαινόμενο αποτελεί το κέντρο και είναι η κινητήρια δύναμη πολλών εκδηλώσεων (θετικών ή αρνητικών) του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι δηλαδή βασικό συστατικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς και του πολιτισμού και απαιτείται η διερεύνησή του, καθώς και η κατανόησή του  για να ερμηνευθεί ορθά η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν (και θα ζήσουν) οι μαθητές[iii]. Μία εκπαίδευση λοιπόν που δε θα δώσει σημασία στην παρουσίασή του θα είναι ελλιπής ή στρεβλή, και θα έχει στερήσει απαραίτητες γνώσεις από τους νέους ανθρώπους.
Βέβαια αυτή η πρόταση από μόνη της παρουσιάζει πολλά κενά που πρέπει να συμπληρωθούν. Σήμερα, όπως είναι γνωστό, ένα θρησκευτικό μάθημα είναι στο ωρολόγιο πρόγραμμα δέκα τάξεων (τέσσερις στο Δημοτικό Σχολείο, τρεις στο Γυμνάσιο και τρεις στο Λύκειο). Τι θα μπορούσε λοιπόν να γίνει, ώστε η θρησκευτική ύλη να αφορά όλες αυτές τις ηλικιακές ομάδες μαθητών και να μην παρουσιάζει αλληλεπικαλύψεις; Είναι δηλαδή πρόβλημα αν θα επαρκεί η ύλη για να μπορεί να παραμείνει το μάθημα σε όλες αυτές τις τάξεις, και ο τρόπος που αυτή θα δίνεται. Επομένως αποτελεί ζήτημα και η ποσότητα (που θα συνυπάρχει με την ποιότητα) της ύλης, αλλά και ο τρόπος πως θα παρουσιάζεται το θρησκευτικό φαινόμενο στους μαθητές του Δημοτικού ή και του Γυμνασίου Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να δίνεται βαρύτητα στις εκφάνσεις της θρησκευτικότητας που γνωρίζει η ελληνική και η ευρωπαϊκή κοινωνία ( που είναι το σύνολο στο οποίο είναι ενταγμένοι οι μαθητές μας); Το δεύτερο φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των μαθητών, οπότε θα είναι δύσκολο να μην υπερισχύει η παρουσίαση του χριστιανισμού κατά πρώτο λόγο, σε ένα θρησκευτικό μάθημα.
Να τονιστεί πως ο χριστιανισμός,  είναι βασικό συστατικό του δυτικού πολιτισμού, στον οποίο ανήκει η κοινωνία μας. Όπως λοιπόν, για παράδειγμα, σε ένα μάθημα Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής γίνεται λόγος για τη δημιουργία, τις αξίες και τα αγαθά του κοινοβουλευτισμού, που είναι ένα προϊόν του δυτικού τρόπου σκέψης, με τον ίδιο τρόπο στο μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει να γίνεται λόγος για τις αξίες και τις αρχές του χριστιανισμού που αποτελούν, εκτός των άλλων, και μία εποποιία του πνεύματος του δυτικού ανθρώπου. 
Η δυσκολία, όπως τονίστηκε, βρίσκεται στον τρόπο που θα γίνεται αυτό[iv]. Σήμερα, όπως γνωρίζουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, αφιερώνεται λιγοστός χρόνος στην  παρουσίαση των άλλων θρησκειών, μέσω ελαχίστων κεφαλαίων που  διαθέτει το βιβλίο  της Β΄ Λυκείου. Το ζήτημα είναι τι θα περιλαμβάνει η ύλη του, ώστε να αφορά όλους τους μαθητές και να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντά τους και στις  σημερινές ανάγκες. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση με την οποία πρέπει να καταπιαστούν όσοι ασχολούμαστε με τα ζητήματα της παιδείας στον τόπο μας. Πάντως βασικά συστατικά του πρέπει να είναι η εξοικείωση με παραδόσεις και στοιχεία που να είναι αποδεκτά και σεβαστά από τους οπαδούς όλων των θρησκειών (όπως η Βίβλος), η γνωριμία με τις θρησκείες και η ανάλυση του θρησκευτικού φαινομένου και των εκφάνσεών του με τις οποίες εκδηλώνεται στην κοινωνία μας καθώς και η γνωριμία με θρησκευτικές εκδηλώσεις. Εδώ η βαρύτητα θα πρέπει να δίνεται βέβαια σε καταστάσεις που συνδέονται με την ελληνική κοινωνία (όπως για παράδειγμα γιορτές, ήθη και έθιμα κοκ). Το τελευταίο είναι απαραίτητο για να γίνει κατανοητή μία -αρκετά σημαντική θα έλεγα- πτυχή του μικρόκοσμου των  μαθητών, και ενδεχομένως να αφορά μικρότερες τάξεις.
Πιο αναλυτικά, είναι γνωστό πως η ερμηνεία της Βίβλου αποτελεί μία σπουδαία προσπάθεια του πνεύματος, ενώ η πολυφωνικότητα της θα χρησιμεύσει για την κατανόηση τη σημερινής πραγματικότητας[v]. Ταυτόχρονα η διάθεση ικανού χρόνου και αντικειμενικότητας θα είναι βασικά συστατικά για την παρουσίαση των άλλων θρησκειών. Όλοι θα πρέπει να κατανοήσουν  -και αυτό θα είναι το αποτέλεσμα της παρουσίασης των διαφορετικών θρησκευτικών πιστεύω- ότι ο Άλλος δεν είναι ο αντίπαλος, αλλά ο συνάνθρωπος που έχει τις ίδιες αδυναμίες, τις ίδιες αγωνίες και τις ίδιες αναζητήσεις με τους μαθητές.
Οπότε ένα θρησκευτικό μάθημα θα μπορούσε ενδεχομένως, ανά τάξη, να περιλαμβάνει τα εξής (με την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθήσει να διδάσκεται με τους σημερινούς ρυθμούς).:
Γ’ Δημοτικού: Μία γνωριμία με εκδηλώσεις που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα (για παράδειγμα παρασκευή φαγητών, συγκέντρωση μελών της οικογένειας με αφορμή μία γιορτή  κοκ)
Δ΄ Δημοτικού:  Οι σημαντικότερες γιορτές των θρησκειών που δραστηριοποιούνται στον ελληνικό χώρο (με έμφαση στις γιορτές της ορθόδοξης Εκκλησίας που ακολουθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων).
Ε΄ Δημοτικού:  Μια πρώτη γνωριμία με τις θρησκείες
ΣΤ΄ Δημοτικού:  Μία πρώτη παρουσίαση των λύσεων που προτείνουν οι θρησκείες για τα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπου.
Α΄ Γυμνασίου:  Οι τρόποι που οι άνθρωποι λατρεύουν το Θεό (ίδρυση ναών, τελετουργίες, αφιέρωση κοκ), με έμφαση στη χριστιανική παράδοση.
Β΄ Γυμνασίου: Ανάλυση του θρησκευτικού φαινομένου και των τρόπων εκδήλωσής του.
Γ΄ Γυμνασίου: Οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες (με έμφαση στην παρουσίαση του χριστιανισμού). Τα ανατολικά θρησκεύματα.
Α΄ Λυκείου:  Παρουσίαση βασικών θέσεων των θρησκειών (με έμφαση στο χριστιανισμό (μέσα από τα ιερά τους κείμενα)
Β΄ Λυκείου:  Η Βίβλος, ως κείμενο αποδεκτό και σεβαστό από τους οπαδούς όλων των θρησκειών.
Γ΄ Λυκείου: Η θέση των θρησκειών απέναντι στα ζητήματα που ενδιαφέρουν το σημερινό άνθρωπο.
Τα βασικά στοιχεία της παραπάνω πρότασης είναι τα εξής:
Δεν επαναλαμβάνεται η ύλη προηγούμενων τάξεων, και ο μαθητής έρχεται σε επαφή συνεχώς με καινούρια μορφωτικά αγαθά.
Τα μαθήματα παρουσιάζουν μία αύξουσα δυσκολία ανά τάξη. Ενώ με το σημερινό αναλυτικό πρόγραμμα ο μαθητής πολλές φορές υποχρεώνεται να «κολυμπήσει στα βαθιά» (όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Α΄ Γυμνασίου, που επιχειρείται η πρόσληψη στοιχείων από την Παλαιά Διαθήκη, που είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα δύσκολο φιλολογικό και θεολογικό κείμενο) με το προτεινόμενο του δίνεται η δυνατότητα να προχωράει από τα απλά στα σύνθετα.
Τα Θρησκευτικά γίνονται ένα μάθημα γνώσεων, που παρέχει στοιχεία τα οποία ενδιαφέρουν όλους τους μαθητές του σημερινού ελληνικού σχολείου, με κύρια συστατικά του το σεβασμό της ετερότητας και την προσπάθεια για κατανόηση του Άλλου. Προβάλλουν έτσι τις αξίες που διακρίνουν την ελληνική και την  ευρωπαϊκή κοινωνία.
Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί πως απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει οποιαδήποτε πρόταση για αναβάθμιση του θρησκευτικού μαθήματος (και όχι μόνο) είναι ο τρόπος που θα προσφέρεται η ύλη στους μαθητές. Αν η παροχή της θα γίνεται με τρόπο απλό, κατανοητό και σύμφωνα με το ηλικιακό επίπεδο των παιδιών όλα θα πάνε καλά και θα γίνεται η αφομοίωσή της. Σε διαφορετική περίπτωση και οι καλύτερες προτάσεις, που θα συνδυάζονται με τις πλέον αγαθές προθέσεις, θα πέσουν στο κενό και δε θα προκαλέσουν ενδιαφέρον[vi].

Ένα θρησκευτικό μάθημα λοιπόν που θα έχει ως βάση του την ανάλυση μιας σημαντικής παραμέτρου της σύγχρονης πραγματικότητας, που είναι η θρησκεία, είναι απαραίτητο σε ένα σύγχρονο σχολικό πρόγραμμα και μπορεί να αφορά όλους τους μαθητές, χωρίς να δέχεται αμφισβητήσεις για την αξία του, και να χρειάζεται υποστήριξη για να συνεχίσει να υπάρχει. Η σπουδαιότητά του θα είναι αυτονόητη και σίγουρη η αναβάθμισή του, ενώ το γεγονός πως θα απευθύνεται σε όλους τους μαθητές, θα βοηθήσει τους νέους ανθρώπους να ερμηνεύσουν σωστά την πραγματικότητα μέσα στην οποία θα ζήσουν.












































[i] Βλ. ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ της 31/7/08 (όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://alfavita.gr/typos/typos8731c.php ) του Μάνου Χαραλαμπάκη. Σε αυτό περιέχεται και η θέση της ΟΛΜΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών. Όπως τονίζεται «Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Κώστας Μανιάτης τονίζει ότι “η διασαφήνιση αυτή (:αφορά την απαλλαγή μαθητών από τα Θρησκευτικά) είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο του Συντάγματος. Επίσης μεγάλος αριθμός μαθητών, περίπου το 15%, είναι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι”. Προσθέτει ωστόσο ότι “το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να γίνει περισσότερο θρησκειολογικό και όχι κατηχητικό, ούτως ώστε να καλύπτονται όλοι οι μαθητές και όχι μόνο οι χριστιανοί ορθόδοξοι”».
[ii] Θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, μία δημοσκόπηση που θα έθετε τα εξής ερωτήματα: «Πιστεύετε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών είναι πρωτεύον και σημαντικό ή δευτερεύον;» «Πιστεύετε ότι οι μαθητές θα πρέπει να εξετάζονται σε πανελλήνιο επίπεδο στα Θρησκευτικά ή όχι;». . Με άλλα λόγια το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη γνώμη που έχουν οι θεολόγοι (και οι θεολογούντες) για τα Θρησκευτικά, αλλά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας (εδώ βέβαια είναι μεγάλη και η ευθύνη των Θεολόγων) γι’ αυτό. Πιστεύει  ότι τα Θρησκευτικά προσφέρουν γνώσεις και δεξιότητες ή είναι ένα δευτερεύον μάθημα, που δεν μπορεί να συγκριθεί με τα Μαθηματικά ή τη Γλωσσική διδασκαλία (ενδεχομένως);  Αξίζει εδώ να παρατεθεί και μία παλαιότερη επισήμανση της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (27-8-2000, σ.20), με αφορμή τον προβληματισμό για την τοποθέτηση των Θρησκευτικών στο σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων: « Όσον αφορά, τέλος, το μάθημα των Θρησκευτικών  και την κατάργησή του από τις εξετάσεις του Λυκείου, πολλοί ιεράρχες δεν επιθυμούν να πάρουν άμεση θέση, γιατί ακόμη και παιδιά που ανήκουν σε νεολαίες των επαρχιών τους, είναι εναντίον της υποχρεωτικής εξετάσεως του μαθήματος, ειδικά για εκείνα που σκέπτονται να ακολουθήσουν θετικές επιστήμες».
[iii] Βλ. και Russel McCutcheon, Κατασκευάζοντας τη Θρησκεία, μετ. Δημ. Ξυγαλατάς, Θεσσαλονίκη 2003, όπου τονίζονται και τα εξής: «στη βάση της η μελέτη της θρησκείας δεν έχει να κάνει με τη μελέτη της αυτόνομης θρησκείας, αλλά είναι μία ερμηνευτική μέθοδος που χρησιμοποιείται για να μελετήσει μια πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς και του πολιτισμού» (σ. 278)>
[iv] Βλ. και την επισήμανση του Αντ. Μανιτάκη (στο Μανιτάκης Αντ. Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-Έθνος, Αθήνα 2000, σ. 151, υπ. 154), που τονίζει τα εξής: « …έτσι εμφανίζεται το εξής θεωρητικό παράδοξο. Ενώ η “Δύση” κρίνεται από τις συγκεκριμένες πρακτικές της και τα “εμπράγματα” επιτεύγματά της , η Ορθόδοξη Ανατολή κρίνεται με βάση αποκλειστικά τις ιδεατές θεωρητικές κατασκευές της που πολύ απέχουν από την πράξη».
[v] Η Βίβλος αποτελεί βασικό συστατικό του δυτικού πολιτισμού. Βλ. και Φιλίπ Νεμό, Τι είναι η Δύση;, μετ.  Δημ. Αναγνωστόπουλος,, Πέννυ Μέγγουλη, Αμαλία Σταθάκη, Ιωάννα Χονδρού, Θεώνη Χρυσανθοπούλου, Αθήνα 2008, όπου τονίζει πως η πολιτισμική μορφογένεση της Δύσης δομείται από πέντε σημαντικά γεγονότα, την επινόηση της πόλης και της επιστήμης στην Αρχαία Ελλάδα, το ιδιωτικό δίκαιο και τον ουμανισμό της Ρώμης, την ηθική και εσχατολογική προφητεία της Βίβλου, την “παπική επανάσταση”  (11ος-13ος αι.) που καταξίωσε την ανθρώπινη πράξη και τις μεγάλες δημοκρατικές επαναστάσεις των νεότερων Χρόνων. Θεωρεί πως η ηθική και εσχατολογική επανάσταση της Βίβλου είναι η αγάπη, η οποία υπερβαίνει τη δικαιοσύνη, η δημιουργία, υπό το κράτος της εσχατολογικής θεώρησης, ενός γραμμικού χρόνου, που είναι ο χρόνος της Ιστορίας (σ. 12, βλ. και ανάλυση στις σελίδες 47-58).
[vi] Βλ. και Νίκος Παύλου, Η χρήση των πηγών στο μάθημα των Θρησκευτικών, Νέα Παιδεία, 124/2007, σ. 113-123 στο οποίο τονίζεται ότι ο καλύτερος τρόπος πρόσληψης ενός θρησκευτικού μαθήματος είναι να χρησιμοποιούνται οι πηγές  (:ένας ευρύς συνδυασμός κειμένων που θα μπορεί να βοηθήσει το μαθητή να σχηματίσει μία πλήρη εικόνα της διδακτικές ενότητας), που θα επεξεργάζεται όλο το τμήμα με τη βοήθεια του διδάσκοντα.
[vii] Ο κατηχητικός-απολογητικός χαρακτήρας του θρησκευτικού μαθήματος, που ενδιαφέρει μόνο μία κατηγορία μαθητών,  φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση και με βασικές θεολογικές αρχές που τονίζουν τη σημασία της συνάντησης με τον Άλλον. Βλ., για παράδειγμα, τον λόγο  του Συμεών του Νέου Θεολόγου (από την Ευχή Μυστική με την οποία επικαλείται το Άγιο Πνεύμα) «Ελθέ ο Μόνος προς Μόνον, ότι Μόνος ειμί καθάπερ οράς». Πρβλ. και αυτά που γράφει ο καθηγητής του τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Ιωάννης Πέτρου (στο Το οικουμενικό όραμα σε εποχή παγκοσμιοποίησης, περ. Καθ’ Οδόν, 14/1998, σ. 28): «Εφόσον όμως η Θεολογία οφείλει να αναζητεί το καθολικό, τότε δεν μπορεί να αγνοήσει την ύπαρξη των άλλων. Γι’ αυτό συλλαμβάνει κανείς το σύνολο, το πλανητικό, εντάσσει τον εαυτό του και αφήνει περιθώρια για την ύπαρξη των άλλων. Τότε όμως πρέπει να ξεπεράσει τη διάκριση ορθού-λάθους, αλλά και την τάση για απόρριψη ή ενσωμάτωση των άλλων. Γιατί είναι ορθό το δικό του και όχι του άλλου; Όπως και το αντίστροφο. Τα θεσμικά όμως ενδιαφέροντα καλλιεργούν την κατεύθυνση αυτή της διαφύλαξης της όποιας “ορθοδοξίας”. Αυτό συμβαίνει γιατί προσπαθούν να προσδιορίσουν το ρόλο τους μέσα από τη λειτουργία του φύλακα, του προστάτη για τους άλλους».
[viii] Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω κείμενα που απηχούν τις αντιλήψεις παλαιότερων εποχών για το θρησκευτικό μάθημα: « Δια λόγους ους κρείττον να παραλείπω, τα θρησκευτικά μαθήματα σφόδρα εξέπεσαν εν τη συνειδήσει των μαθητών μας ως άχρηστον δυνάμενον να τίθηται ή να αφαιρήται εκ του προγράμματος των ημετέρων σχολείων άνευ παραβλάψεων του σκοπού αυτού διό και μάλλον απρόσεκτοι και αμελείς είναι εις το μάθημα τούτον ή εις παν άλλο μάθημα» (Δ. Ζαγγογιάννης, Συμβολαί εις την αναμόρφωσιν της παρ΄ημιν Μέσης Εκπαιδεύσεως, Αθήναι 1889, σ. 45), «Το μάθημα των Θρησκευτικών προπαρασκευάζει μόνον –η υπογράμμιση δική μου- δια την μέλλουσαν ζωήν» (Θέση μέλους του Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδευτικού Προγράμματος, στο π. Γ. Μεταλληνός, Θεολογικός Αγώνας 1962- Ιστορία, Αθήνα 1989, σ. 28. Πρβλ. και σ. 114 του ίδιου βιβλίου), « …με υψωμένη όμως φωνή διακήρυττε ότι δεν διορίζει άλλους θεολόγους, γιατί η Ελλάδα θα γίνει σύγχρονο κράτος και διεθνώς προβάλλεται όχι ως ορθόδοξη, αλλ’ ως κλασική. Η Θεολογική Σχολή ας κλείσει, δεν τον ενδιαφέρει. Χρειαζόμαστε μηχανές και μηχανικούς» (Η απάντηση που έδωσε ο υπουργός παιδείας Γρ. Κασιμάτης σε φοιτητές Θεολογίας  στις 15 Μαρτίου 1962, όπ. παρ. σ. 47) και «Εδώ δεν έχομεν θέσεις για τεχνικά μαθήματα και θα κυττάξωμεν τα Θρησκευτικά» (Γρ. Κασιμάτης, όπ. παρ. σ. 130), «…οι καθηγητές θεολόγοι θα κινδυνεύσουν να ακολουθήσουν τη μοίρα των σαγματοποιών, των ελληνοραπτών και των αείμνηστων λεμβούχων» (Κ. Τσουκαλάς, Εκκλησιαστικοί μονόλογοι, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11-6-95). Στα κείμενα ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτότυπου. 

2 σχόλια:

  1. Αγαπητέ φίλε και συνάδελφε Νίκο, με αφορμή την ανάρτηση για το μάθημα των θρησκευτικών, να καταθέσω και τη δική μου πολύ πρόσφατη εμπειρία: μητέρα μαθητή της Γ΄ Γυμνασίου, επειδή δεν έβαλα είκοσι στο μάθημα των θρησκευτικών αλλά μόνο 19, ζήτησε απαλλαγή από το μάθημα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ Γιάννη και τι θα δούμε ακόμη!

      Διαγραφή