ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ


ΓΙΑΤΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ Ή ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ


Υπάρχει χώρος στο σύγχρονο σχολείο για ταυτόχρονη διδασκαλία της στίχων της Βίβλου για τη Δημιουργία και της θεωρίας του Δαρβίνου; Πολλοί ίσως να απαντούσαν ναι, ακόμη όμως περισσότεροι μάλλον θα έλεγαν όχι. Η διαμάχη άλλωστε είναι γνωστή, κρατάει πολλά χρόνια και μάλλον θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Αυτό όμως που ενδιαφέρει είναι πως «νομιμοποιείται» μία θρησκευτική παρουσίαση της Δημιουργίας στο σημερινό σχολείο. Χρειάζεται ή αποτελεί απλώς ένα κατάλοιπο του παρελθόντος που πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει;
Όπως είναι γνωστό η θρησκευτική διδασκαλία για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου στα σχολεία μας έχει ως πηγή της τους στίχους Γεν. 1,1-2,25 της Παλαιάς Διαθήκης. Σε αυτούς ο Θεός δημιουργεί τον ουρανό και τη γη, το φως, το στερέωμα, τη στεριά και τη θάλασσα, τον κόσμο των φυτών, τα ουράνια σώματα, τα ζώα της θάλασσας και της στεριάς και τέλος τον άνθρωπο. Η αφήγηση ολοκληρώνεται με καταγραφές που αφορούν την αποστολή και τα προνόμια του ανθρώπου, καθώς και με επισημάνσεις για την αξία της λεγόμενης έβδομης ημέρας της δημιουργίας.
Το ζήτημα είναι τι πρέπει να διδαχτούν οι μαθητές από την αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης
για τη Δημιουργία, αν θα αναφερθούν και άλλες σχετικές θρησκευτικές παραδόσεις, ο τρόπος της διδασκαλίας της, όπως και πως θα παρουσιαστεί το περίφημο θέμα για τη σχέση θρησκείας-επιστήμης, το οποίο κατά τη διάρκεια της παράδοσης της σχετικής ενότητας εμφανίζεται διαρκώς στη σχολική τάξη.
Τα παραπάνω ερωτήματα θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το γενικότερο σκοπό που έχει η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Έτσι, στα πλαίσια μιας θρησκευτικής εκπαίδευσης, ως έκφρασης (και αυτή, όπως και τα υπόλοιπα μαθήματα του σχολείου) του σύγχρονου πολιτισμού, είναι προφανώς αυτονόητη και η γνώση της χριστιανικής  θέσης για τη δημιουργία του κόσμου.
Εκείνο που δεν πρέπει δηλαδή να λησμονείται είναι η σχέση που έχουν οι καταγραφές της Βίβλου με τη δυτική κουλτούρα.  Δύσκολα αμφισβητείται το γεγονός ότι είναι μία από τις βάσεις του. Επομένως, στο πλέγμα των γνώσεων, που χρειάζονται για την κατανόησή του, είναι απαραίτητο να περιλαμβάνονται και οι παραδόσεις που τον έχουν διαμορφώσει και αποτέλεσαν στοιχείο που έδωσε ώθηση στη διακίνηση των ιδεών. Έτσι η βιβλική διδασκαλία για τη δημιουργία του κόσμου χρειάζεται, ώστε να μπορέσει ο αυριανός πολίτης να αποκτήσει βασικές πολιτισμικές αξίες, που θέλει να του προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα.
Είναι σημαντικό εδώ να τονιστεί πως η αντιπαράθεση των ιδεών στο δυτικό κόσμο είχε, πολλές φορές, ως αφετηρία της την ερμηνεία που δίνονταν στους βιβλικούς στίχους, Αποτελούσαν σημείο εκκίνησης, που δημιουργούσε προβληματισμούς και έδιναν το έναυσμα για να προχωρήσει η έρευνα.  Βεβαίως δεν παραβλέπεται το γεγονός πως η αντιπαράθεση επιστημόνων με την κατά γράμμα ερμηνεία του παλαιοδιαθηκικού κειμένου, δημιούργησε παρεμβάσεις θρησκευτικών ηγετικών κύκλων που πίστευαν πως έτσι διακυβεύεται το κύρος της Βίβλου, ή πως, εξαιτίας των αντιλήψεών τους, που θεωρούνταν αντίθετες με αυτή. καταδιώχτηκαν πολλοί έντιμοι ερευνητές. Όμως, και αυτή ακόμη η διάσταση της βιβλικής αφήγησης καθιστά υποχρεωτική τη διδασκαλία της, ώστε να γνωρίσουν οι μαθητές τις αφορμές που συνετέλεσαν στην προαγωγή της ανθρώπινης σκέψης.
Όλα τα παραπάνω νομίζω πως δημιουργούν το πλαίσιο που καθιστά απαραίτητη τη διδασκαλία των βιβλικών αφηγήσεων για τη Δημιουργία, ακόμη και σήμερα, διακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Δαρβίνου. Άλλωστε και για την κατανόηση της θεωρίας του μάλλον χρειάζεται η προηγούμενη γνώση του βιβλίου της Γενέσεως και της Παλαιάς Διαθήκης γενικότερα.
Το δύσκολο βέβαια είναι πως θα γίνει αυτή η διδασκαλία. Ας μου επιτραπούν κάποιες τελευταίες σχετικές παρατηρήσεις. Είναι λοιπόν απαραίτητο η διήγηση να τοποθετηθεί μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο. Χρειάζεται δηλαδή να γίνει λόγος και για το κοσμοείδωλο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε, και για τις αντιλήψεις γενικότερα, που αποτέλεσαν τη βάση της. Πάντως είναι λαθεμένη, κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση για τη σχέση της Παλαιάς Διαθήκης με την επιστήμη να στηριχτεί στη διαπίστωση πως η πρώτη έχει ως αποστολή να απαντήσει μόνο στα –λεγόμενα- «θρησκευτικά» ερωτήματα «Ποιος έκανε τον κόσμο» και «Γιατί τον έκανε». Στην ουσία έτσι δημιουργείται ένα απολογητικό κλίμα, που εγκλωβίζει την Παλαιά Διαθήκη και δεν της αφήνει περιθώρια για διάλογο με την ανθρώπινη διανόηση. Ταυτόχρονα χάνεται και η πολυπλοκότητα μιας αφήγησης που έχει πολλές παραμέτρους. Επομένως βοηθάει περισσότερο να τονιστεί πως η Γένεση –το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης- περιέχει μία πλούσια περιγραφή της δημιουργίας, στους σχετικούς στίχους, που αποτελούσε μέρος της προσπάθειας για κατανόηση της πραγματικότητας. Χρησιμοποιώντας αυτό ως αφετηρία μπορεί να γίνει λόγος και για τη φροντίδα να δοθούν απαντήσεις σε ερωτήματα που προκαλούσαν το ενδιαφέρον πολλών, καθώς και για τη βαρύτητα που είχαν πάντα τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, αφού αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και μελέτης από πολλές κατηγορίες επιστημόνων.

Οπότε μάλλον η διδασκαλία της Βίβλου και του Δαρβίνου μπορούν να συνυπάρξουν στο σύγχρονο σχολείο. Αρκεί να τοποθετηθούν στις σωστές διαστάσεις τους και να κατανοήσουν όλοι  πως η πρώτη είναι ένα πλούσιο θρησκευτικό κείμενο, που βοηθάει στην κατανόηση των ενεργειών του Θεού,  και η δεύτερη μέρος της εργασίας και της παρατήρησης ενός μεγάλου φυσιοδίφη.  


Νίκος Παύλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου