ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ


ΓΙΑΤΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ (2): Οι προφήτες των παύλειων κοινοτήτων. Ο Παύλος ως προφήτης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Νικόλαος Παύλου  "Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΡΩΙΜΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ
Η εξέλιξη του χριστιανικού προφητικού λόγου
το δεύτερο μισό του 1ου  αιώνα και το 2ο αιώνα μ.Χ.", Βόλος 2006, σ σ 57-59


Οι προφήτες των παύλειων κοινοτήτων. Ο Παύλος ως προφήτης

Μέσα στις κοινότητες που ιδρύει ο Παύλος στον ελληνορωμαϊκό κόσμο δρουν προφήτες που φαίνεται να έχουν σημαντικό έργο. Το λειτούργημά τους φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον Παύλο, αν σκεφτεί κανείς, ότι αφιερώνει ένα μέρος της Α΄ προς  Κορινθίους επιστολής του σε αυτούς[1]. Εδώ φροντίζει να κάνει υποδείξεις για το πως πρέπει να ασκείται η προφητική ιδιότητα. Έτσι αποδεικνύεται ότι δεν ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένος ο τρόπος με τον οποίο ο προφήτης θα παρουσίαζε το θεϊκό θέλημα, και υπήρχαν διαφωνίες γύρω από το προφητικό αξίωμα.
Στις επιστολές του Παύλου[2] δεν αναφέρονται συγκεκριμένες προφητικές μορφές. Στους χριστιανούς που κατονομάζει[3], δεν απονέμει τον τίτλο του προφήτη. Αυτό μάλλον συμβαίνει γιατί ο Παύλος πίστευε ότι η εκδήλωσή της, γι’ αυτούς, που δεν ήταν ex officio προφήτες,  ήταν  περιστασιακή, και εκδηλώνονταν κάτω από ειδικές συνθήκες, οπότε δε χρειάζονταν να κάνει ξεχωριστή αναφορά σε αυτή την ιδιότητα. Άλλωστε όλοι οι χριστιανοί λάβαιναν τα χαρίσματα του Πνεύματος, από τη στιγμή που είχαν δεχτεί την καινούρια θρησκεία, πράγμα που μαρτυρείται στις Πράξεις[4]
Η σπουδαιότερη προφητική μορφή,  που πρωταγωνιστεί και στις παύλειες κοινότητες και στις επιστολές, είναι ο ίδιος ο Παύλος.  Γι’ αυτή του την ιδιότητα κάνει υπαινιγμό στο στ. Α΄ Κορ. 14,37, όταν τονίζει, μιλώντας στους προφήτες της Κορίνθου, πως «ε‡ tij doke‹ prof»thj enai À pneumatikÒj, ™piginwskštw § gr£fw Øm‹n Óti kur…ou ™stˆn ™ntol»».
Ο Παύλος γίνεται χριστιανός, μετά από μία σπουδαία προφητική εμπειρία, το όραμα, που είχε στο δρόμο για τη Δαμασκό. Όπως τονίζεται  στο βιβλίο των Πράξεων «™n d tù poreÚesqai ™gšneto aÙtÕn ™gg…zein tÍ Damaskù, ™xa…fnhj te aÙtÕn peri»strayen fîj ™k toà oÙranoà, kaˆ pesën ™pˆ t¾n gÁn ½kousen fwn¾n lšgousan aÙtù, SaoÝl SaoÚl, tme dièkeij;»[5]. Κατόπιν παρουσιάζεται να είναι μέλος του προφητικού ομίλου της Αντιόχειας[6] και στη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του περιγράφει μία καταπληκτική προφητική εμπειρία του. Όπως τονίζει ο ίδιος, εννοώντας τον εαυτό του «oda ¥nqrwpon  ™n Cristù prÕ ™tîn dekatess£rwne‡te ™n sèmati oÙk oda, e‡te ™ktÕj toà sèmatoj oÙk oda, Ð qeÕj oden¡rpagšnta tÕn toioàton ›wj tr…tou oÙranoà. kaˆ oda tÕn toioàton ¥nqrwpone‡te ™n sèmati e‡te cwrˆj toà sèmatoj oÙk oda, Ð qeÕj odenÓti ¹rp£gh ej tÕn par£deison kaˆ ½kousen ¥rrhta ·»mata § oÙkxÕn ¢nqrèpJ lalÁsai»[7]. Επίσης παραθέτει τη μαρτυρία ότι και σε αυτόν εμφανίστηκε ο Χριστός, μετά την ανάστασή του[8], εννοώντας μία πνευματική εμπειρία, αφού ο ίδιος δε φαίνεται να είχε καμία σχέση με το κίνημα του Ιησού, όσο ο τελευταίος κήρυττε στη Γαλιλαία και την Ιουδαία.
Η κλήση του Παύλου στο αποστολικό αξίωμα ακολουθεί την πορεία των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Όπως γράφει ο ίδιος στην προς Γαλάτας επιστολή του[9], προτού γίνει χριστιανός κυνηγούσε με πάθος της εκκλησία του Θεού και προσπαθούσε να την  εξαφανίσει. Ο Θεός όμως τον είχε ξεχωρίσει από την κοιλιά της μάνας του, και η χάρη του τον είχε καλέσει για να τον υπηρετήσει. Άρα πίστευε ότι είχε εκλεγεί για την αποστολή του προτού ακόμη γεννηθεί. Τα ίδια ακριβώς έλεγε και ο προφήτης Ησαΐας, όταν τόνιζε πως ο «Κύριος απ’ την κοιλιά της μάνας μου με κάλεσε∙ πριν γεννηθώ πρόφερε τα’ όνομά μου»[10]. Επομένως ο Παύλος θεωρεί τον εαυτό του εκλεκτό, που τον έχει επιλέξει ο Θεός για τη μεγάλη του αποστολή, όπως ακριβώς έκανε και με τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.
Όλα τα παραπάνω ανεβάζουν το κύρος του Παύλου μέσα στις κοινότητές του. Εκτός από ιδρυτής τους ήταν και κατεξοχήν χαρισματική προφητική  μορφή, που έχει επιλεγεί από τον ίδιο το Θεό.  Άρα μπορεί να ασκεί εξουσία, και ο λόγος του πρέπει να ακούγεται από όλους. Αυτό το τονίζει σε πολλά σημεία των επιστολών του. Έτσι, ακόμη και ο άγγελος από τον ουρανό δε μπορεί να κηρύξει ευαγγέλιο διαφορετικό από αυτό που κήρυξε ο Παύλος[11], γιατί αυτό αποκαλύφθηκε στον ίδιο από τον Ιησού Χριστό[12]. Ταυτόχρονα, όπως τονίζεται στην επιστολή προς Φιλήμονα, οι πιστοί  χρωστούσαν στον Παύλο περισσότερα από τις οποιεσδήποτε χάρες που τους ζητούσε, αφού τους είχε κάνει χριστιανούς, και  έτσι του όφειλαν τον ίδιο τους τον εαυτό[13]
Τα πνευματικά χαρίσματα που έχει επιτρέπουν στον Παύλο να «lale‹ o„kodom¾n kaˆ par£klhsin kaˆ paramuq…an»[14]. Είναι λοιπόν, εκτός από ιδρυτής των κοινοτήτων, και ο προφήτης που φροντίζει για την οικοδόμηση των πιστών.
Ο Παύλος, χρησιμοποιώντας και την προφητική του ιδιότητα, με την οποία νουθετεί τους χριστιανούς, γίνεται ένα είδος pater-familias των χριστιανών-μελών των κοινοτήτων του[15]. Αυτό τονίζει και στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή του στην οποία υπενθυμίζει ότι φρόντιζε τα μέλη της κοινότητας, όπως ο πατέρας τα παιδιά του «parakaloàntej Øm©j kaˆ paramuqoÚmenoi kaˆ marturÒmenoi»[16], έχοντας δηλ. ίδιο έργο με αυτό των υπόλοιπων προφητών.
Η προφητική ιδιότητα του Παύλου εξυπηρετούσε πολλαπλές ανάγκες των κοινοτήτων.  Όπως είναι γνωστό αυτές χρειάζονταν καθοδήγηση. Μετά την ίδρυσή τους είχαν ανάγκες και απορίες, που έπρεπε να λυθούν. Γι’ αυτό το έργο ο πλέον κατάλληλος ήταν ο Παύλος, ο οποίος  σαν χαρισματική προσωπικότητα ήξερε να επιβάλλεται και να κερδίζει το σεβασμό.
Ο Παύλος λοιπόν φρόντιζε, ως προφήτης, να νουθετεί τα μέλη των κοινοτήτων του,  μεριμνώντας έτσι να μένουν στέρεοι στην πίστη τους. Ταυτόχρονα, η κλήση του, που ήταν παρόμοια με αυτή των μεγάλων προφητικών μορφών της Παλαιάς Διαθήκης και οι πνευματικές εμπειρίες που είχε, τις οποίες τις έκανε γνωστές με τις επιστολές του, τον αναδείκνυαν ως ανεπανάληπτη προσωπικότητα, αφού κανένας άλλος δεν είχε γευτεί κάτι παρόμοιο Συγκέντρωνε λοιπόν πνευματικές ιδιότητες, που του έκαναν να ξεχωρίζει από τους άλλους. Αυτό του έδινε το δικαίωμα να είναι ο καθοδηγητής των χριστιανών, ο pater-familias των κοινοτήτων της ρωμαϊκής οικουμένης.







[1] Το κεφ. 14
[2] Γνήσιες επιστολές του Παύλου θεωρούνται οι Προς Ρωμαίους, Α΄και Β΄ προς Κορινθίους, Α΄ προς Θεσσαλονικείς, η προς Γαλάτας, η προς Φιλιππησίους και η προς Φιλήμονα.Αντλούνται πληροφορίες, κατά πρώτο λόγο από τις επιστολές που θεωρούνται γνήσιες του Παύλου. Βλ. και υποσημείωση 32.
[3] Όπως, για παράδειγμα την Φοίβη που ήταν διάκονος της κοινότητας των Κεγχρεών της Κορίνθου (Ρωμ. 16,1),
[4] Βλ. για παράδειγμα Πρ. 10, 45-46
[5] Πρ. 9,3-4. Πρβλ. την ίδια τη μαρτυρία του Παύλου στην επιστολή προς Γαλάτας 1,17.
[6] Πρ. 13,1
[7] Β΄ προς Κορινθίους 12,2-4. Η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας ( Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική μετάφραση των Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Β. Στογιάννου, Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 1985)  είναι η εξής: «Ξέρω έναν άνθρωπο πιστό, ο οποίος πριν από δεκατέσσερα χρόνια ανυψώθηκε μέχρι και τον τρίτο ουρανό – δεν ξέρω αν ήταν με τω σώμα του ή χωρίς το σώμα, αυτό ο Θεός το ξέρει. Ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος – ή ήταν με το σώμα ή χωρίς το σώμα δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει- μεταφέρθηκε ξαφνικά στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος».
[8] Α΄Κορ. 15,8
[9] Γαλ. 1,13 κ.ε.
[10] Ησ. 49,1. Βλ. και Παναγόπουλος Ιωάν., Η εκκλησία των προφητών…, σ. 187-188
[11] Γαλ. 1,3
[12] Γαλ. 1,12. Προφανώς εδώ ο Παύλος εννοεί μία κατεξοχήν πνευματική-προφητική εμπειρία.
[13] Φιλ. 18
[14] Α΄Κορ. 14,3
[15] Για το θέμα, όπως παρουσιάζεται κυρίως στην προς Φιλήμονα επιστολή βλ. Chris Frilingos, “For my child Onesimus”, Paul and domestic power in Philemon, Journal Biblical Literature 119/1(2000), 91-104.
[16] Α΄ Θεσ. 2,12

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ (1)




O Απόστολος Παύλος (Έφεσος 4ος αι)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥΝΙΑ - ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΔΙΑ ΤΗΝ Β’ ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1940" (σσ 21-23)

9. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
Ὁ Παῦλος ὠνομάζετο πρῶτα Σαοὺλ καὶ ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς
μορφωμένους Φαρισαίους. Κατεδίωκε μὲ μεγάλο μῖσος τοὺς
Χριστιανούς, ἕως τὴν στιγμήν, ποὺ ὁ Κύριος τὸν ἔκαμε ὄχι
ἁπλῶς χριστιανόν, ἀλλὰ καὶ Ἀπόστολον. Λέγεται ᾽Απόστολος
τῶν ᾽Εθνῶν, διότι ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τοὺς ἐθνικοὺς
ἰδίως.
῾Ο Παῦλος κατήγετο ἀπὸ τὴν Ταρσὸν τῆς Κιλικίας, ὅπου
ἐσπούδασε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. ῎Εμαθεν ὅμως καὶ τὴν τέ-
χνην τοῦ σκηνοποιοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειαν τῶν ᾽Ιουδαί-
ων νὰ διδάσκουν τὰ τέκνα των καὶ μίαν τέχνην, ἑκτὸς ἀπὸ τὴν
ἀλλην των μόρφωσιν. ῎Επειτα ἦλθεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἔγινε
μαθητὴς τοῦ περιφήμου νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, πλησίον τοῦ
ὁποίου ἔμαθε καλὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον.
῾Ο πατέρας του εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ Ρωμαίου πολίτου,
διότι εἶχε προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τοὺς Ρωμαίους. Τὸ δικαίωμα
αὐτὸ τὸ ἔλαβε καὶ ὁ Παῦλος. ῞Οσοι εἶχον τὸ δικαίωμα αὐτὸ
ἐπροστατεύοντο ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὡς νὰ ἦσαν
Ρωμαῖοι.
α) Πῶς ἔγινεν ᾽Απόστολος ὁ Σαοὺλ (Πράξ. Θ’).
῾Ο Σαοὺλ γεμᾶτος ἔχθρα ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, τοὺς
κατεδίωκε ὅπου τοὺς εὕρισκε χωρίς λύπην. Κάποτε ἔμαθεν,
ὅτι εἰς τὴν πόλιν Δαμασκὸν ἦσαν πολλοὶ χριστιανοί. Ἀμέσως
ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς συστατικὰς ἐπιστολὰς καὶ συνοδοὺς
καὶ ἐξεκίνησε διὰ τὴν Δαμασκόν.
Εἰς τὸν δρόμον ὁ Σαοὺλ ἐσυλλογίζετο μὲ χαράν, πῶς θὰ
συνελάμβανε καὶ θὰ ἔδενε πολλοὺς χριστιανούς. Ἔπειτα θὰ τοὺς
ἔσυρε μαζί του θριαμβευτικά, διὰ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὰς
φυλακὰς καὶ εἰς τὸν θάνατον.
᾽Ενῷ ὅμως ἑσυλλογίζετο αὐτὰ ὁ Σαοὺλ καὶ ἐπλησίαζε μὲ τὴν
συνοδείαν εἰς τὴν Δαμασκόν, συνέβη εἰς αὐτὸν κάτι ἔκτακτον.
Μὲγα φῶς ἤστραψε καὶ τοὺς ἐθάμβωσε καὶ ἐσταμάτησαν
ἔντρομοι, ὁ δὲ Σαοὺλ ἔπεσε κατὰ γῆς. Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἀκούει
ὁ Σαοὺλ μίαν φωνήν, ποὺ τοῦ ἔλεγε :
-«Σαούλ, Σαούλ, διατί μὲ καταδιώκεις;»
-«Ποῖος εἶσαι, Κύριε; ἠρώτησεν ὁ Σαοὺλ γεμᾶτος φόβον.»
-«᾽Εγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον σὺ καταδιώκεις», ἀπεκρίθη
ἡ φωνή. «Σήκω ἐπάνω. Πήγαινε εἰς τὴν Δαμασκὸν καὶ ἐκεῖ θὰ
λάβῃς ὁδηγίας. »
῾Ὁ Σαοὺλ ἐσηκώθη. Οἱ δὲ συνοδοὶ εἶδαν κατάπληκτοι ὅ,τι
συνὲβη. Τότε εἶδαν, ὅτι ὁ Σαοὺλ εἶχε χάσει τὸ φῶς του.
῞Ελαβον λοιπὸν αὐτὸν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὴν
πόλιν.
῞Οταν ἔφθασαν εἰς τὴν Δαμασκόν, ἐπῆγαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ
Ἰούδα, ποὺ ἦτο εἰς τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Εὐθεῖα. Ὁ Σαοὺλ
ἔμεινεν ἐκεῖ τρεῖς ἡμέρας χωρὶς νὰ βλέπῃ καὶ οὔτε ἔφαγεν οὔτε
ἔπιε τίποτε.
Τὴν τρίτην ἡμέραν κατὰ διαταγὴν τοῦ ᾽Ιησοῦ ἦλθεν εἰς τὴν
οἰκίαν ἐκείνην ὁ Ἀνανίας.
Οὗτος ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανοὺς τῆς Δαμασκοῦ.
Ὁ Ἀνανίας ἐζήτησε νὰ ἴδῃ τὸν Σαοὺλ καί, ὅταν τὸν ἀντίκρυσε,
τοῦ λέγει :
-᾽Αδελφέ μου Σαούλ, παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος καὶ μὲ
διέταξε νὰ ἔλθω πρὸς σέ, νὰ σὲ θεραπεύσω.
Καθὼς εἶπεν αὐτὰ ὁ Ἀνανίας, ἔθεσε καὶ τὰς χεῖρας του ἐπάνω
εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Σαούλ.
᾽Αμέσως ὁ Σαοὺλ ὅχι μόνον ἤρχισε νὰ βλὲπη, ἀλλὰ καὶ
ἐφωτίσθη μὲ ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε νὰ πιστεύσῃ, εἰς τὸν Χριστὸν
καὶ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦ ᾽Αποστόλου.
β) Ὁ Σαοὺλ ἀρχίζει τὸ ἀποστολικὸν ἔργον του (Πράξ. Θ’ 19-
30, ΙΑ’ 22-27, ΙΒ’ 24-25 καὶ ΙΓ’ 1-7).
῾Ο Σαούλ, ἀφοῦ ἐπέρασαν ὀλίγαι ἡμέραι, ἤρχισε νὰ συνανα-
στρέφεται τοὺς χριστιανοὺς τῆς Δαμασκοῦ καὶ νὰ κηρύττῃ τὴν
διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Δαμασκοῦ γεμᾶτοι μῖσος ἐναντίον του,
ἀπεφάσισαν νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν θανατώσουν. ῎Εθε-
σαν λοιπὸν φρουροὺς εἰς ὅλας τὰς πύλας τῆς πόλεως διὰ νὰ μὴ
διαφύγῃ.

Εὐτυχῶς οἱ χριστιανοἰ ἀντελήφθησαν ἐγκαίρως τοὺς σκοποὺς
τῶν Ἰουδαίων καὶ ἔσωσαν τὸν ᾽Απόστολον. Τὸν ἔφεραν τὴν νύκτα
εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς χριστιανοῦ, ποὺ ἦτο πλησίον εἰς τὸ τεῖχος,
καί μὲ ἔνα καλάθι τὸν κατέβασαν εἰς τὸ ἔξω μέρος αὐτοῦ.
῾Ο Σαοὺλ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν ῾Ιερουσαλήμ.
᾽Απὸ ἐχθρὸς καὶ ἄσπονδος διώκτης τῶν χριστιανῶν, ποὺ εἶχεν
ἀναχωρήσει, ἐπέστρεψε τώρα πιστὸς χριστιανὸς καὶ ᾽Απόστολος
τοῦ Χριστοῦ.
᾽Αμέσως ἐγνωρίσθη μὲ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ᾽Ιερουσαλήμ,
διὰ τοῦ Βαρνάβα, ὁ ὁποῖος ἦτο Κύπριος καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισήμους
χριστιανούς. Οὗτοι γεμᾶτοι χαρὰν τὸν ἐδὲχθησαν μεταξύ των.
῎Επειτα ἤρχισε νὰ κηρύττῃ.
Οἱ Ἰουδαῖοι τῆς ῾Ιερουσαλὴμ ἠγανάκτησαν ἐναντίον αὐτοῦ,
διότι ἔβλεπον νὰ ἐργάζεται διὰ τὴν θρησκείαν τοῦ Χριστοῦ.
Συνεννοήθησαν λοιπὸν νὰ τὸν θανατώσουν. ῾Ο Σαοὺλ ὅμως
ἐσώθη, διότι ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλὴμ καὶ ἦλθεν εἰς τὴν
Καισάρειαν τῆς Παλαιστίνης καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὴν
πατρίδα του Ταρσόν.
Βραδύτερον ὁ Παῦλος ἦλθε μὲ τὸν Βαρνάβαν εἰς τὴν
᾽Αντιόχειαν τῆς Συρίας, διὰ νὰ κηρύξουν τὴν διδασκαλίαν τοῦ
Χριστοῦ. ᾽Εκεῖ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Χριστοῦ ὠνομάσθησαν τὸ πρῶτον
χριστιανοί.
῾Ο Παῦλος, ἀφοῦ ἐφωτίσθη ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
ἤρχισε τὸ ἀποστολικόν του ἔργον εἰς τὰ ἔθνη. Καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ
ἐπιχειρεῖ ὁ Παῦλος μὲ τέσσαρας ἀποστολικὰς πορείας εἰς τὴν
᾽Ασίαν καὶ τὴν Εὐρώπην. ῾Η ᾽Αντιόχεια ἦτο τὸ κέντρον, ἀπὸ τὸ
ὁποῖον ἔκαμε τὰς περιοδείας του εἰς τὰ ἔθνη.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

"Γιατί ο Ιησούς ήταν και είναι σημείον αντιλεγόμενον"

Μία μικρή συμβολή στην προσπάθεια επικαιροποίησης του μαθήματος.Χάρτης σχεδίου μαθήματος για τη Β΄ Λυκείου



Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Αντιλήψεις των Βυζαντινών για την τροφή

Στο βυζαντινό "Σύνταγμα" των τροφίμων περιλαμβάνονται ενδιαφέρουσες απόψεις και αντιλήψεις. Μία μικρή γεύση δίνεται στη συνέχεια




Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Το κήρυγμα του Πέτρου την ημέρα της Πεντηγκοστής


Απόσπασμα από το βιβλίο 
Νικόλαος Α. Παύλου  "Η ΠΡΩΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ 
ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ", Λάρισα 2007, σσ 39-40 







"....Η μεγάλη όμως εμφάνιση του Πέτρου  και ο αδιαμφισβήτητος ηγετικός του ρόλος στην πρώτη  κοινότητα των Ιεροσολύμων, φανερώνεται κατά την ημέρα της Πεντηκοστής[1]: Αναλαμβάνει εξ ονόματος και των υπόλοιπων μαθητών να μιλήσει στο συγκεντρωμένο πλήθος, να τους ερμηνεύσει την εμπειρία της γλωσολαλίας που είχαν βιώσει, και να τους εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, και γιατί πρέπει να ενταχθούν στη χριστιανική ομάδα. Στην ουσία εδώ ο αναγνώστης της Καινής Διαθήκης θα παρατηρήσει έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο, από αυτόν που είχε γνωρίσει κατά τη διήγηση των γεγονότων του Πάθους: στα ευαγγέλια είχε εμπρός του έναν φίλο και μαθητή του Ιησού, που την ύστατη στιγμή τον είχε αρνηθεί, βλέποντας να διαψεύδονται οι μεσσιανικές  προσδοκίες που περίμενε από τον Ιησού. Τώρα υπερασπίζεται την επιλογή του σταυρού, θεωρώντας ότι είναι θέλημα Θεού και πως έτσι έπρεπε να γίνουν τα πράγματα. Ο λόγος του λοιπόν είναι τόσο πολύ χαρισματικός, ώστε γίνεται αιτία για είσοδο νέων μελών στην κοινότητα.
Η αύξηση όμως των μελών δημιουργεί την ανάγκη για ένα πιο οργανωμένο σύστημα διοίκησης. Να έγινε στη συνέχεια, μία οργανωμένη κατανομή αξιωμάτων, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα καλύτερης διευθέτησης των πραγμάτων της κοινότητας; Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα, αν και κάτι τέτοιο φαίνεται να υπονοεί ο στίχος Πρ. 2,32, που φανερώνει μία ιεραρχική δομή που δημιουργήθηκε μετά την εισδοχή των νέων μελών".




[1] Παρουσίαση του κηρύγματος βλ. στο Maurice Goguel 1954: The Birth of Christianity, μετ. H.C. Snape, New York, σελ. 95 κ.ε.