του κ. Κώστα Μιχαηλίδη
Θεολόγου- Εκπαιδευτικού
14ο Γυμνάσιο Λάρισας
Ο καταπέλτης του πλοίου έπεσε. Πατήσαμε τρεις στην προβλήτα της Δάφνης. Μια ομάδα με λίγο διαφορετική σύνθεση και πορεία από την αρχικά σχεδιασμένη, σαν σε απροβάριστη φθινοπωρινή παράσταση. Μήπως ήταν η πρώτη φορά; H ευγνωμοσύνη όμως ξεπηδάει από μέσα πάντα σαν πρωτάρα. Για την Κυρά κι Αφέντρα του Περιβολιού. Τη συγκατάνευση, την φανερή επέμβασή της να μας διακονήσει, που οδηγεί στην άνευ όρων παράδοση στη χάρη της.
Το
Πρωτάτο είχε απίστευτο
κόσμο για τέτοια
εποχή, όπως παντού. Οι Έλληνες
λιγότεροι, οι Ρουμάνοι πλειοψηφία. Το πρωινό
στο φούρνο και
ο καφές ήταν
το διάλειμμα για
ό,τι θα ακολουθούσε. Προσκυνήσαμε κι αφήσαμε πίσω
μας το Κουτλουμούσι
και την εικόνα
της Παναγίας «Φοβερά
Προστασία» και φτάσαμε
στο κελί του γέροντα
Γαβριήλ.
Ο γέροντας δεν
είχε κόσμο και
πήραμε την ευλογία
του. Οι δύο συνεχίσαμε
για το κελί
του Ιωάννη του
Θεολόγου, ενώ ο τρίτος
της ομάδας, που είχε
υπομονή, ανταμείφθηκε
προσκυνώντας στην Παναγούδα. Μας βρήκε
αργότερα και καθώς
ήμασταν όλοι εξομολογημένοι, βάλαμε
την πέμπτη ταχύτητα
για την Ιβήρων. Στο
τέλος τρέχαμε με
τους σάκους στον
ώμο, ενέργεια, που μόνον οι
ψυχωμένοι έχουν. Εκεί μας
πήρε το μικρό
λεωφορείο.
Η άφιξή
μας στην Καρακάλλου
είχε ήδη αποκλείσει
το προσκύνημα στην
Παναγία Γλυκοφιλούσα στην
Φιλοθέου. Αλλιώς θα χάναμε
τον εσπερινό. Το καθολικό
ήταν γεμάτο. Στην τράπεζα
αλάδωτα ρεβίθια …
-
Τα έφαγες όλα
τα ρεβίθια ;
-
Δεν έχω φάει
ποτέ ρεβίθια. Ήταν
υπέροχα. Η μάνα μου
είπε να σταματήσω,
γιατί θα μου
κλείσει το τηλέφωνο. Θα
με εκδικηθεί. Βάζω στοίχημα
πως θα μου
μαγειρέψει ρεβίθια μόλις
γυρίσω.
-
Να της πεις
πως τρως μόνο
τα αλάδωτα, με ταχίνι …
Ο π.
Κοδράτος μας περίμενε
έξω από την
τράπεζα. Πλημμύριζε γλυκύτητα και
χαρά. Απολαύσαμε τη συζήτηση μαζί
του, όπως και το σύντομο αποχαιρετισμό το
άλλο
πρωί. Δεν είχε τίποτα
το τυπικό η συνομιλία, ήταν μια
εγκάρδια συνάντηση.
Για
πρώτη φορά η
Μονή μου φάνηκε
πως είχε πάρα πολλούς μοναχούς. Στην θεία λειτουργία, στην προσκύνηση
των εικόνων, λίγο πριν
κοινωνήσουμε,
ήταν
σα μια καλά
συγχρονισμένη χορογραφία,
καθώς εκτελούσαν τις πιρουέτες
τους, ώστε να χωρούν όλοι
στο κέντρο του
καθολικού, κάνοντας προς όλες τις
κατευθύνσεις μετάνοιες. Το
πρωί περιμένοντας το
μικρό λεωφορείο ο
ήλιος ρόδιζε
τα
σύννεφα κι έπαιζε
κρυφτό στον πύργο
του κάστρου. Φύγαμε για
την Ιβήρων.
Η πρώτη
τιμή ανήκε στην
αδυναμία όλων μας. Δεν
μας έφτανε μια
φορά.
Επιστρέψαμε και
δεύτερη για προσευχή
και προσκύνημα. Η Παναγία Πορταΐτισσα
αρνήθηκε στο
συνοδοιπόρο μου τη
φωτογράφιση στα κρυφά, παρά
την πολύχρονη
εμπειρία του. Οι
φωτογραφίες βγήκαν κουνημένες. Ήπιαμε καφέ
στο αρχονταρίκι,
αγοράσαμε ενθύμια
από την έκθεση
και πήγαμε ως
το αγίασμα στην
παραλία.
Στη Λαύρα
φτάσαμε μεσημέρι, με μια
ανάσα πήρα το
κλειδί για το
εκκλησάκι στη σπηλιά του
αγίου Αθανασίου και
αφήσαμε τους σάκους. Ο Ρουμάνος οδηγός
πήρε πολλά παραπάνω αλλά
ήμασταν και οι
τρεις μας σύμφωνοι. Προσκυνήσαμε την
Παναγία Προδρομίτισσα στη
Σκήτη Τιμίου Προδρόμου
και με γοργό
βήμα
φτάσαμε στη Βίγλα. Απαθανατίσαμε
το μοναδικό τοπίο, παρατηρητήριο όλης
της νότιας πλευράς του
ποδιού, με παιχνίδι
του ήλιου με
το φως αλλά
ο γέροντας δεν ήταν
στο κελί
του. Ο χρόνος μας
πίεζε. «Γέροντα, εσείς» ;
Πετάχτηκε πίσω από
έναν θάμνο με τα
γαλανά του μάτια
και το αετίσιο
βλέμμα. Ένα λεπτό μιλήσαμε
μαζί του και
φύγαμε για το σπήλαιο.
Ο ένας
συνοδοιπόρος μου, γεννημένος την
ημέρα μνήμης του
αγίου και βαπτισμένος
με το όνομά
του, ήταν βαθιά συγκινημένος, όπως και
στον τάφο του
αγίου, στο καθολικό της
Λαύρας. Θα γυρίζαμε με
τα πόδια χάνοντας τον
εσπερινό αλλά η
Παναγία Οικονόμισσα οικονόμησε
ένα αγροτικό, που μας
μετέφερε στην καρότσα
του με τέτοια
ταχύτητα, που νόμιζα πως
θα μας πετάξει
σε κάποια στροφή
στους θάμνους. Προλάβαμε όχι
μόνο τον εσπερινό
αλλά και να
τακτοποιηθούμε στο δωμάτιο. Ποτέ
δεν έχω δει
τόσο κόσμο στη Μεγίστη
Λαύρα. Δυστυχώς το παρεκκλήσι
της Παναγίας Κουκουζέλισσας δεν άνοιξε αλλά
στις ακολουθίες καθίσαμε
σε στασίδι
μπροστά στον
τάφο του αγίου. Στην
τράπεζα δεν έπεφτε
καρφίτσα από το
πλήθος.
Η επόμενη μέρα
είχε πολλή δράση. Ανεβήκαμε στις Καρυές
με κρύο, βαριά
συννεφιά και κατεβήκαμε
στη Δάφνη με
ήπιο καιρό. Το πλοίο
μας έφερε στο
κορυφαίο τεστ κοπώσεως
στην Ελλάδα, τα 1800
ή 2200 κατ`
άλλους σκαλιά, από
άλλη διασταύρωση,
από τον αρσανά
στη Σκήτη της
Αγίας Άννας. Αφήσαμε τους
σάκους στο δωμάτιο
και φύγαμε για
το εκκλησάκι στη
σπηλιά του Τ.
Προδρόμου.
Βγήκαμε
από το κεντρικό
μονοπάτι εννέα αποφασισμένοι : Δύο Γεωργιανοί, τρεις Ουκρανοί
και τέσσερις Έλληνες. Πατήσαμε τα
επικίνδυνα σημεία κοντά
στον απότομο γκρεμό, περιφραγμένα με
πλαστικό πλέγμα στερεωμένο
σε σίδερα και
φτάσαμε στην ξύλινη
πόρτα ανάμεσα στα
δύο βράχια. Αντίκρυσα μετά
από έξι χρόνια
το εκκλησάκι του
Τιμίου Προδρόμου με
έναν πόθο, σαν να
έβλεπα μια παλιά
ερωμένη, που την επιθυμούσα
διακαώς ακόμη. Μπήκαμε μέσα
λίγοι – λίγοι. Περιεργάστηκα
την εικόνα, όπου ο
Χριστός άφησε την
αγκαλιά της μητέρας
Του, βγήκε από την
εικόνα ως ζωντανό
βρέφος και χάιδεψε
το κεφάλι του
Ιωσήφ του Ησυχαστή. Ενώ
μιλούσαμε για τη
σύνθεση της επταμελούς
συνοδείας, ακούσαμε το Γεωργιανό
ιερέα να ψέλνει
μέσα στο εκκλησάκι. Μπήκα και
μαζί μου όσοι
πρόλαβαν. Οι δύο έμειναν
απέξω. Χωρούσε ακριβώς επτά.
Αφού ο
ιερέας θυμιάτισε και
η ευωδία των
Βατοπαιδινών θυμιαμάτων γέμισε
το χώρο, βγήκε και στο
στενό προαύλιο χώρο
πριν το γκρεμό
για να θυμιάσει
και τους άλλους
δύο προσκυνητές. Τότε τα
σύννεφα άνοιξαν προς
στιγμήν και το
φως έπεσε στη
θάλασσα, πίσω από τον
ιερέα. Αυτός και το
θυμιατό φαινόταν λουσμένα
στο φως για τόσο, όσο
ένα κλικ στο
κλείστρο. Οι πιο ωραίες
φωτογραφίες είναι αυτές, που
δεν τραβήχτηκαν ποτέ.
Όταν επέστρεψε
στο ιερό, ο ένας
από τους συνοδοιπόρους
μου γύρισε και
με μάτια γουρλωμένα
μου ψιθύρισε : «Τι ζούμε» ;
Σε λίγο ο
ιερέας μας ζήτησε
να ψάλουμε το
Μεγαλυνάριο της Θεοτόκου
και με ενθουσιασμό
οι τέσσερις Έλληνες
αρχίσαμε : «Άξιον εστί, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον …». Όταν η
Παράκληση τελείωσε, ο άλλος
συνοδοιπόρος μου πρόσθεσε :
-
Τώρα μπορώ να
φύγω από το
Όρος.
-
Σοβαρολογείς; Έχουμε μια
μέρα ακόμη.
-
Δεν πρόκειται να
ζήσω κάτι ανώτερο
από αυτό. Το προσκύνημά μου έχει
ολοκληρωθεί.
Ήταν
φυσικά σχήμα λόγου, δεν
ήθελε να φύγει. Ο
τέταρτος, συγκάτοικος στο δωμάτιο
στη Σκήτη, συμπλήρωσε : «
Δεν υπάρχουν λόγια
για να μεταφέρω σε
κάποιον άλλον αυτό που έζησα.
Το
βράδυ, μεθυσμένος από χαρά, ειρήνη, πραότητα, αμεριμνησία, αναλογιζόμουν
πως στη θέση
του Ιωσήφ του
Ησυχαστή, του συνασκητή του Αρσένιου, του Ιωσήφ
Βατοπαιδινού, του Εφραίμ
Φιλοθεϊτη, του Χαράλαμπου Διονυσιάτη, του Αθανασίου
και
του Εφραίμ Κατουνακιώτη, βρισκόμασταν επτά
προσκυνητές σε μέρος γεμάτο
χάρη
από επτά αγίους, το
πιο ισχυρό ενεργειακά, που έχει
πατήσει το πόδι
μου
στο
Άγιον Όρος. Τώρα είχα και μάρτυρες γι` αυτό. Ένοιωσα τόσο
ευλογημένος, που
μέσα
στη μακαριότητά μου
ψιθύρισα «Νυν απολύεις τον
δούλον σου Δέσποτα …».
Μετά την υπαίθρια
τράπεζα με κους - κους, πέννες, τουρσί, μήλο, σάμαλι,
κρασί
και
τσάι, πλυθήκαμε και πέσαμε
για ύπνο στις
εννέα, όπως και τις δύο
πρώτες
βραδιές, με την αίσθηση
πως είχαμε ξενυχτήσει. Όση ήταν
η κούραση, τόση ήταν η
ψυχική πληρότητα.
Σε
παρεκκλήσι του Κυριακού
τελέστηκε η θεία
λειτουργία. Προσκυνήσαμε το
πόδι της
«γιαγιάς» και κινήσαμε
μετά την υπαίθρια
τράπεζα με πρωινό
και σε
μια
ώρα ήμασταν στη
Μικρά Αγία Άννα
με την υπέροχη
θέα. Κατά την προσφιλή
μου συνήθεια
πήρα ένα κόκκινο
πετραδάκι για ενθύμιο
και κάτω από
σιγανή
βροχή επισκεφτήκαμε το κελί
των Δανιηλαίων. Για τρίτη
φορά, όσες έχω
περάσει,
δεν μας
φιλοξένησαν ούτε για καφέ
και λουκούμι αλλά
δεν σκανδαλιστήκαμε.
Δοκιμάσαμε να
βγούμε στο κεντρικό μονοπάτι
από άλλο δρόμο κι ενώ
φαινόταν
πως χαθήκαμε, στο τέλος το συναντήσαμε.
Επιτέλους φτάσαμε στο
κελί του Εφραίμ
του Σύρου. Προσκυνήσαμε την
κάρα
του
Εφραίμ του Κατουνακιώτη, αγοράσαμε ενθύμια, κεραστήκαμε, χορτάσαμε την
όμορφη
θέα απ` το αρχονταρίκι, φωτογραφήσαμε και
συνεχίσαμε την πορεία μας,
μέχρι που
φτάσαμε στο κελί
«Άξιον εστί». Ο Βενιαμίν
της παρέας, πρωτάρης στο
Περιβόλι,
ήταν ενθουσιασμένος : «Κάτι τέτοιο
ονειρευόμουν. Φτωχικό κι απλό».
Το
ησυχαστήριο, σε περίοπτη θέση
στη χοάνη των Κατουνακίων
ανάμεσα στους
γρανιτένιους
βράχους τον ουρανό
και τη θάλασσα,
μας προσέφερε την
ησυχία,
που συμπλήρωσε
τις τρεις μέρες
έντασης, δράσης και προσφοράς
ατελείωτου
ιδρώτα
στα αγιασμένα αυτά
χώματα.
Έβρεχε
σποραδικά. Η ευγνωμοσύνη προς
την Παναγία Οικονόμισσα, της οποίας τη
βοήθεια είχα επικαλεστεί
για τις δυσκολίες
του προσκυνήματος μετά
τη διαμονή στη
Λαύρα, γιγαντώθηκε με τον
τρόπο, που οικονόμησε το
υπόλοιπο προσκύνημα. Η Παναγία
μας είχε φυλάξει
ως τώρα, παρά τις
προβλέψεις των μετεωρολόγων. Τώρα δεν
μας ένοιαζε πια. Μετά
τον υπέροχο τραχανά
με ντομάτα, πέσαμε για
ύπνο σταθερά στις
εννέα. Είχαμε τόση ενέργεια, που
έβγαινε στους αυτοματισμούς
της συνεννόησης, στο περπάτημα
και στη δίψα
για εξερεύνηση, που έπρεπε
κάποια στιγμή να
ζήσουμε την ακινησία.
Ήμασταν τέσσερις μοναχοί, μαζί
κι ο γέροντας
και τρεις προσκυνητές, πάλι επτά
στις ακολουθίες. Μετά το
τέλος της θείας
λειτουργίας φτιάξαμε καφέ
στην κουζίνα και
αργότερα συζητήσαμε με
το γέροντα. Ο π. Γαβριήλ
ήταν διαφορετικός μετά από δύο
χρόνια. Είχε ωριμάσει, σαν παλαιωμένο
κρασί ; Οι οξείες γωνίες
είχαν αμβλυνθεί, ο ζηλωτισμός
του άφηνε χώρο
και στον άλλον
για να εκφραστεί, ήταν πια
ένας καλός ακροατής. Τον
αφήσαμε κερδισμένοι από
τη συζήτηση.
Με αδιάβροχο πανωφόρι, παντελόνι, παπούτσια, σάκο, και τσαντάκι, φτάσαμε κάτω
«αβρόχοις ποσίν». Κατεβήκαμε σκαλοπάτια
γεμάτα καβαλίνες μέσα
στη βροχή για
να βρεθούμε μετά
από μισή ώρα σε μια
αποθηκούλα προστατευμένοι από
τον αέρα. Η φιγούρα
του σλάβου μοναχού
στην προβλήτα του
αρσανά των Καρουλίων, με
το κύμα να
σκάει, τη βροχή να
πέφτει κι αυτόν
να μετακινείται, μια μαύρη λεπτή φιγούρα στην
καταχνιά, είχε κάτι ποιητικό
έως μελαγχολικό. Έκανα λίγο
πίσω για να
μη με πιάνει
ο αέρας. Ίσα – ίσα χωρούσαμε
στην αποθήκη. Ήμασταν και
πάλι επτά.
Το πλοίο είχε
φτάσει. Μας περίμενε μια
κοπιαστική επιστροφή, όπως κοπιαστικό
ήταν και το
προσκύνημά μας. Η ψυχή μας όμως
ήταν ανάλαφρη. Σαν αστροναύτες
μέσα στη βαριά
στολή, κατάκοποι μεν σωματικά,
αιωρούμασταν απαλλαγμένοι από
βαρύτητα. Η χαρά μας
δεν είχε κάτι
εκρηκτικό. Η ησυχία της
τελευταίας ημέρας είχε
εισχωρήσει μέσα μας. Είχε
ποτίσει το μεδούλι
μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου