ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ


ΓΙΑΤΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



ΜIA ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΙΣ ΒΙΒΛΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Η ΛΗΘΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από το Περιβόλι της Παναγίας) . Tου Κώστα Μιχαηλίδη Θεολόγου 14ο Γυμνάσιο Λάρισας

 


Υπάρχει ένα δέντρο, όπου πίσω του ξεκουράζεται ο ήλιος. Υπάρχει

ένα δειλινό, όπου στο βάθος βασιλεύει η καρδιά. Υπάρχει ένα

μοναστήρι, όπου σ` αυτό ο χρόνος σταματά. Χάνει η μπαταρία του

ρολογιού, έχει ξεμείνει δεκαετίες πίσω. Χαμένο μέσα στο δάσος,

μακριά από τη θάλασσα, τελευταίο στην κατάταξη, ο μοναδικός πια μη

τουριστικός προορισμός στο Αγιώνυμο. Η «άκρα ταπείνωσις». Καλώς

ήρθατε στην Ι.Μ. Κωνσταμονίτου.

Επέστρεψα εδώ μετά από τέσσερα χρόνια. Ήμασταν δύο, με

βιβλιάριο ενσήμων προσκυνητών. Σε μια πρώτη ματιά έμοιαζε με

κίνηση υψηλού ρίσκου η επιλογή του συνοδοιπόρου μου. Έχοντας

κατά νου τις ισχυρές τάσεις αυτονόμησής του, για πρώτη φορά ήμουν


2


έτοιμος να δοκιμάσω κάτι καινοτόμο. Να βαδίσω μόνος με την

Παναγία στο Περιβόλι της, έχοντας δίπλα μου ένα συνταξιδιώτη.

Γνώριζα πως κι εκείνος ήταν εξοικειωμένος με την ιδέα, επειδή ήταν

μονήρης. Αυτό που δεν είχα φανταστεί ήταν πως θα έφτανα να

σκεφτώ την εκδοχή να μην επιστρέψω μαζί του. Ήταν μια δοκιμή για

τη μεταμόρφωσή μου από έναν κοινωνικό άνθρωπο στον κόσμο σε

ένα μοναχικό προσκυνητή και ήταν καταδικασμένη να πετύχει.

Στον αρσανά μας περίμενε ένα στρατιωτικό REO από τα παλιά

χρόνια. Ανεβήκαμε με τη βοήθεια μιας μικρής σκάλας κι

αποβιβαστήκαμε μπροστά στην πύλη της Μονής. Ο αμαξιτός δρόμος

μου ήταν άγνωστος, επειδή είχαμε αφήσει τη Μονή ακολουθώντας το

μονοπάτι την πρώτη φορά.

Το πρώτο συναίσθημα αντικρύζοντας το χώρο ήταν χαρά. Η

διαμονή μας την αύξησε. Στο αρχονταρίκι και στο φαρδύ διάδρομο,

που οδηγούσε σε άνοιγμα κι από τις δύο μεριές, ήταν παραταγμένα

σαλόνια με τριθέσιους καναπέδες. Έδιναν την εντύπωση πως είχαν

περισσέψει από ανακαίνιση ή μετακόμιση σπιτιών και ήταν το ίδιο

παλιομοδίτικα όσο και το πάτωμα ή τα τραπέζια. Τόσο ξεπερασμένα,

που με τον κύκλο που κάνει η μόδα, ήταν μέσα σε αυτήν. Vintage,

που λένε οι αγγλόφωνοι. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα ρητά ή

οδηγίες για τους προσκυνητές. Σε ένα από αυτά έγραφε στο τέλος

«Ι.Μ. Φιλοθέου 1985». Τότε, ο ηγούμενός της Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης και

μετέπειτα Αριζονίτης επάνδρωσε τις μονές Καρακάλλου, Ξηροποτάμου

και Κωνσταμονίτου, που κινδύνευαν από λειψανδρία. Τα μοναστήρια

αυτά από τότε ονομάζονται Φιλοθεΐτικα, καθώς τα συνδέει βαθιά

πνευματική συγγένεια. Τακτοποιηθήκαμε σε δωμάτιο που μου ήταν

γνωστό, σχολιάσαμε τις γκαζόλαμπες που είχαν αντικατασταθεί από

καλώδιο με «ψείρα» στην άκρη, για λίγο φως κι ένα μικρό καθρέπτη

στο μπάνιο. «Πάει, μέχρι και η Κωνσταμονίτου εκσυγχρονίστηκε»

είπαμε και γελάσαμε. Γυρίσαμε στους χώρους της Μονής και

καταλήξαμε στο δωμάτιο για ξεκούραση. Δεν τολμήσαμε να ανάψουμε

τη σόμπα, γιατί όσοι προσπάθησαν, ο χώρος ντουμάνιασε. Πήραμε

μεσημεριάτικα από δυό χοντρές κουβέρτες ο καθένας και κοιμηθήκαμε

μέχρι τον εσπερινό.

Το σήμαντρο ήχησε. Όπως ηχεί και το σήμαντρο του πολέμου.

Κάποιοι αναρωτήθηκαν, αν είναι ένας γενικός πόλεμος, αφού δεν το

έχει ανακοινώσει κανείς από την τηλεόραση. Κάποιοι φοβήθηκαν κι

έκρυψαν τα κεφάλια τους μέσα στην άμμο σαν τη στρουθοκάμηλο.

Κάποιοι ανησύχησαν πως θα χάσουν τα κεκτημένα τους κι όχι γιατί

ο κατακλυσμός με φωτιά μπορεί να κάψει την ανθρωπότητα. Κάποιοι


3


λοιδόρησαν τους αγίους, αντιπαραθέτοντας πως δεν είναι τώρα η

ώρα για εκπλήρωση προφητειών, γιατί δεν τους βολεύει. Κάποιοι

είπαν «δεν μπορεί, θα γίνει ειρήνη». Κάποιοι χάρηκαν, επειδή είδαν

στην αναδιάταξη των αξιών τη λύση των προβλημάτων τους, χωρίς

να αντιληφθούν πόσα προβλήματα θα δημιουργήσει ο ίδιος ο

πόλεμος. Και κάποιοι μπήκαν στην κιβωτό και είπαν «Αμήν ναι,

έρχου, Κύριε Ιησού» (Αποκ Ιω 22, 20).

Μπήκαμε στο καθολικό. Με εξαίρεση τις κρεμασμένες φορητές

εικόνες, την εικονογράφηση του μαρμάρινου τέμπλου, την Πλατυτέρα

στο ιερό και ελάχιστες τοιχογραφίες, οι τοίχοι ήταν απογυμνωμένοι.

Φανέρωναν σε κάποια σημεία εμφανείς ρωγμές από τους

πρόσφατους σεισμούς των τελευταίων δύο χρόνων, σε ένα σημείο με

πεσμένους σοβάδες. Η χορωδία ζέσταινε το χώρο.

Μετά την τράπεζα με πολύ νόστιμες φακές και ποικιλία

πράσινων λαχανικών ο αρχοντάρης π. Αρτέμιος από τον Πλατύκαμπο

Λάρισας μου διηγήθηκε την ιστορία των σημαντικότερων εικόνων του

καθολικού και μετά συνάντησα το γέροντα Χαράλαμπο. Μίλησα μαζί

του για λίγο και με ανάπαυσε. Είχε τόσο κρύο για Απρίλη, που στις

εννέα η ώρα κοιμηθήκαμε.

Το επόμενο πρωί, μετά τη θεία λειτουργία και την τράπεζα μια

έκπληξη μας περίμενε. Ένας πατέρας πήγαινε στις Καρυές με τζιπ για

δουλειές κι έτσι, αντί για REO, πλοίο για τη Δάφνη και λεωφορείο για

τις Καρυές, διασχίσαμε το δάσος. Η ωφέλεια ήταν διπλή. Πέρα από

την ομορφιά της άγνωστης διαδρομής, ήταν μόλις δέκα το πρωί όταν

βρεθήκαμε στις Καρυές. Η Παναγία οικονόμησε με αυτόν τον τρόπο να

βρω ανοιχτό το Πρωτάτο και το καθολικό της Ι.Μ. Κουτλουμουσίου

για να προσκυνήσω την Παναγία Φοβερά Προστασία. Κι όχι μόνο. Η

Παναγούδα ήταν ανοιχτή και στο κελί του Ιωάννη Θεολόγου βρήκα το

γέροντα ξύπνιο. Όταν επέστρεψα στην πλατεία των Καρυών, με το

συνοδοιπόρο μου θελήσαμε να πιούμε ένα τσίπουρο. Σε τρία

εστιατόρια δε βρήκαμε τσίπουρο αλλά για πρώτη φορά είδαμε στο

Άγιον Όρος να σερβίρουν κρέας. Κοιταχτήκαμε οι δυό μας και είπαμε

: «Άντε, προσεχώς και Βουλγάρες».

Αργήσαμε να τακτοποιηθούμε στη Σκήτη Αγίου Ανδρέα και

Αντωνίου. Με δύο κουβέρτες σκεπάστηκε ο καθένας μέχρι την ώρα

της τράπεζας. Λαχανόρυζο με τόνο, μαγειρεμένο με ντομάτα. Οι

προσκυνητές για φαγητό ήταν περίπου διακόσιοι, πρώτη φορά

έβλεπα τόσο κόσμο. Κι όμως το αχανές καθολικό του Αποστόλου

Ανδρέα έμοιαζε άδειο στον εσπερινό.


4


Το άλλο πρωί λειτουργήθηκα για πρώτη φορά στη μεγάλη

εκκλησία. Το ψαροκόκαλο παρκέ με σανίδες από ξύλο καστανιάς έδινε

μια αρχοντιά. Η γλυκιά μελωδική φωνή των ψαλτών αντηχούσε στον

άδειο χώρο. Το πανύψηλο επίχρυσο τέμπλο με τα βημόθυρα έργο

τέχνης, το γαλάζιο γκρι των τοίχων και κάποιες εικόνες, όπως του

Αλεξάνδρου Νιέφσκι ή των τεσσάρων ευαγγελιστών στα σφαιρικά

τρίγωνα του τρούλου, όπου μαζί με τα πρόσωπα ζωγραφίζονταν και

τα σύμβολά τους με επιγραφές στο κυριλλικό αλφάβητο, έπνεαν έναν

κρύο σιβηρικό αέρα. Βγαίνοντας από το ναό χτύπησαν οι καμπάνες

πασχαλιάτικα. Τι χαρά ! «Πάσχα καινόν, άγιον,

Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον». Την ίδια εμπειρία ζήσαμε και

στη Μονή Σταυρονικήτα. Μια συναυλία με καμπάνες στη γιορτή της

Ζωοδόχου Πηγής. Ακολούθησε λιτανεία, όμως εμείς ήμασταν στο

δρόμο φορτωμένοι.

Από μονοπάτι βρεθήκαμε μετά από σαρανταπέντε λεπτά στο κελί

της Αναστάσεως του Κυρίου στην Καψάλα. Οι υποτακτικοί μας

κέρασαν και πήραν τα αιτήματά μου γραμμένα σε χαρτί. Δυστυχώς

δεν καταφέραμε να δούμε το γέροντα Ευθύμιο. Συνεχίσαμε από

μονοπάτι και βρεθήκαμε στο καστρομονάστηρο της Σταυρονικήτα.

Μια μινιατούρα Μονής. Ένα μπιμπελό. Το καθολικό σαν μεγάλο

σαλόνι σπιτιού. Η «γκαλερί», όπως το αποκαλώ. Ο Θεοφάνης στην

ωριμότητά του, οι τοιχογραφίες ψηλά πιο καπνισμένες απαιτούν

καθαρισμό. Ο Νικόλαος Στρειδάς, φορητή ψηφιδωτή, ματωμένος στο

μέτωπο. Σαν σε μικρή φωλιά κουρνιάσαμε. Επιτέλους πια εδώ. Την

πρώτη φορά είχαμε λειτουργηθεί στο παρεκκλήσι του κοιμητηρίου και

δυό φορές ήμασταν φευγάτοι με το ξημέρωμα προς επείγοντα ή

μακρινό προορισμό.

Πεντέμισι. Σκοτάδι και κρύο. Στα αριστερά ροδίζει μέσα από τα

τόξα του υδραγωγείου προς τη μεριά της Θάσου. Φυσάει και τα

κύματα αφρίζουν καθώς σκάνε μανιασμένα στα βράχια. Δεξιά ο

Άθωνας φαίνεται σαν μια μεγάλη μυτερή απειλητική σκιά. Περνώ την

είσοδο του πύργου, που τη φωτίζει λάμπα θυέλλης, προχωρώ κι

ανοίγω την ξύλινη πόρτα. Κεριά. Ψαλμωδίες. Θυμίαμα. Ανατριχιάζω

κατά τη θεία κοινωνία. Η θεία λειτουργία τελειώνει κι ακούγεται:

«Χριστός Ανέστη» - «Αληθώς Ανέστη» ο διάλογος του ιερέα με τους

πιστούς τρεις φορές δυνατά. «Δόξα τη τριημέρω Αυτού εγέρσει» -

«Προσκυνούμεν Αυτού την τριήμερον έγερσιν» απαντά το

εκκλησίασμα.

Το έργο διακόπτεται απότομα. Όχι από διαφημίσεις. Ο

συνοδοιπόρος μου είχε αποφασίσει να φύγει από το Αγιώνυμο πριν


5


τον τελευταίο μας προορισμό. Θα μπορούσα να έχω κρατήσει μέσα

μου την προδοσία και την ασυνέπεια στη συμφωνία αλλά … Η λήθη

του χρόνου έχει ομορφιά. Ξεχνάς τα σκουπίδια του κόσμου, τις έννοιες

του κόσμου, τις αξίες του κόσμου. Η αγκαλιά της Κυρίας του

Περιβολιού σβήνει το χρόνο. «Οι των άνω γευσάμενοι τα των κάτω

καταφρονώσι και οι των άνω άγευστοι επί προσκαίρως χαίρουσι».

Όποιος δεν κυνηγά την χάρη εδώ, κάνει φτηνές διακοπές και γυρνά

φτωχότερος.

Κατεβαίνοντας στη Δάφνη όλα τα πλοία, μεγάλα και ταχύπλοα

ήταν γεμάτα. Πληρώνοντας κάτι παραπάνω σε μισή ώρα με το

οκταθέσιο ταξί βρεθήκαμε στην Ουρανούπολη. Καθώς αυτό διέσχιζε

ταχύτατα τα νερά του Σιγγιτικού κόλπου σκέφτηκα: «Ποτέ κανείς

συνοδοιπόρος μου δεν θα προσπαθήσει να με εμποδίσει να γευστώ

τη χάρη. Γιατί τότε θα πάψει να είναι συνοδοιπόρος μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου